Βραζιλία: Οι δημοκρατίες πεθαίνουν και εντός δημοκρατίας

brazil-6



Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε ότι τα πολιτικά καθεστώτα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τη δημοκρατία και τη δικτατορία. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, η (φιλελεύθερη) δημοκρατία άρχισε να θεωρείται σχεδόν ομόφωνα το μοναδικό νόμιμο πολιτικό καθεστώς. Παρά την εσωτερική ποικιλομορφία της κάθε κατηγορίας, πρόκειται για δυο ανταγωνιστικούς τύπους, που δεν μπορούν να συνυπάρξουν στην ίδια κοινωνία, και η επιλογή υπέρ του ενός ή του άλλου προϋποθέτει έναν πολιτικό αγώνα που συνεπάγεται τη ρήξη με την υφιστάμενη νομιμότητα.


Του Boaventura de Sousa Santos

Μετάφραση: Συντακτική ομάδα passworld.gr


Κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, παγιώθηκε η ιδέα ότι οι δημοκρατίες καταρρέουν μόνο εξαιτίας μιας απότομης και σχεδόν πάντοτε βίαιης διακοπής της συνταγματικής νομιμότητας, μέσα από πραξικοπήματα καθοδηγούμενα από τον στρατό ή από πολίτες που στοχεύουν να επιβάλλουν τη δικτατορία. Αυτή η αφήγηση ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αληθής. Δεν είναι πια.

Οι βίαιες ρήξεις και τα πραξικοπήματα εξακολουθούν να είναι πιθανά, αλλά γίνεται ολοένα και πιο εμφανές ότι οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει σήμερα η δημοκρατία είναι διαφορετικοί, και απορρέουν παραδόξως από την κανονική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Αντιδημοκρατικές δυνάμεις εισχωρούν στο δημοκρατικό καθεστώς, αιχμαλωτίζοντάς το, αλλοιώνοντάς το, με τρόπο περισσότερο ή λιγότερο κεκαλυμμένο και σταδιακό, εντός της νομιμότητας και χωρίς συνταγματικές αλλαγές, μέχρι που μια μέρα το τρέχον πολιτικό καθεστώς, χωρίς να έχει σταματήσει να είναι επισήμως δημοκρατία, έχει παντελώς αδειάσει από το δημοκρατικό του περιεχόμενο, τόσο αναφορικά με τη ζωή των ανθρώπων, όσο και με τις πολιτικές οργανώσεις. Όλοι αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται μέσα σε μια δικτατορία. Στη συνέχεια, αναφέρω τα τέσσερα κυριότερα συστατικά στοιχεία αυτής της διαδικασίας.

H εκλογή των μονοκρατόρων

Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι τις Φιλιππίνες, από την Τουρκία μέχρι τη Ρωσία, από την Ουγγαρία μέχρι την Πολωνία, έχουν εκλεγεί αυταρχικοί πολιτικοί, οι οποίοι, παρ’ όλο που αποτελούν προϊόντα του πολιτικού και οικονομικού κυρίαρχου συστήματος, εμφανίζονται ως αντι-συστημικοί και αντι-πολιτικοί, επιτίθενται στους πολιτικούς τους αντιπάλους, τους οποίους κρίνουν ως διεφθαρμένους και ως εχθρούς που πρέπει να εξαλειφθούν, διατυπώνουν εκφοβιστικές δεσμεύσεις για επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων μέσω της βίας, απαξιώνουν την ελευθερία του Τύπου και προτείνουν να καταργηθούν οι νόμοι που διασφαλίζουν τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων και των πληθυσμών που αντιμετωπίζουν φυλετικές, έμφυλες και θρησκευτικές διακρίσεις.

Συνοπτικά, προσέρχονται στις εκλογές με μια αντι-δημοκρατική ιδεολογία και κατορθώνουν παρ’ όλα αυτά να εξασφαλίσουν την πλειονότητα των ψήφων. Οι αυταρχικοί πολιτικοί υπήρχαν πάντοτε. Το καινούργιο στοιχείο είναι η συχνότητα με την οποία έρχονται στην εξουσία.

O ιός της πλουτοκρατίας

Ο τρόπος με τον οποίο το χρήμα έχει φτάσει να αλλοιώνει τις εκλογικές διαδικασίες και τη δημοκρατική διαβούλευση είναι ανησυχητικός. Σε σημείο που φτάνει κανείς να αναρωτιέται αν οι εκλογές διεξάγονται με ελευθερία και καθαρότητα, και αν οι πολιτικοί ηγέτες ενεργούν στη βάση των πεποιθήσεών τους ή των χρημάτων που λαμβάνουν.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία βασίζεται στη ιδέα ότι οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε έναν ενημερωμένο δημόσιο διάλογο, και στη βάση αυτού επιλέγουν ελεύθερα τους κυβερνώντες τους και αξιολογούν το έργο τους. Για να καταστεί αυτό εφικτό, έστω και στον ελάχιστο βαθμό, είναι αναγκαίο η αγορά των πολιτικών ιδεών –αξίες που δεν κοστολογούνται γιατί είναι πεποιθήσεις– να είναι απολύτως διακριτή από την αγορά των οικονομικών αγαθών –αξίες που έχουν τιμή και σε αυτή την βάση πωλούνται και αγοράζονται. Στη σύγχρονη εποχή, οι δύο αυτές αγορές έχουν συγχωνευτεί υπό τη σκέπη της οικονομικής αγοράς, σε βαθμό που σήμερα στην πολιτική όλα μπορούν να πωληθούν και να αγοραστούν.

Η διαφθορά έχει καταστεί ενδημική. Οι χρηματοδότες των εκλογικών εκστρατειών κομμάτων ή υποψηφίων, οι ομάδες άσκησης πίεσης (ή τα λόμπι) σε βουλευτές και κυβερνήσεις έχουν σήμερα σε πολλές χώρες εξαιρετική δύναμη στη διαμόρφωση της πολιτικής ζωής.

Το 2010, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, στην απόφασή του για την υπόθεση «Ενωμένοι Πολίτες εναντίον Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εκλογών» κατάφερε ένα θανάσιμο πλήγμα στην αμερικανική δημοκρατία, επιτρέποντας την χωρίς περιορισμούς ιδιωτική χρηματοδότηση των εκλογών και των πολιτικών αποφάσεων από μεγάλες εταιρίες και εξαιρετικά πλούσιους χρηματοδότες.

Έτσι αναπτύσσεται το λεγόμενο μαύρο χρήμα, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο από νομιμοποιημένη διαφθορά. Αυτό το μαύρο χρήμα εξηγεί στη Βραζιλία τη σύνθεση της Γερουσίας, η οποία κυριαρχείται από την πτέρυγα της οπλοβιομηχανίας (“de la bala”), την πτέρυγα της αγροβιομηχανίας (“del buey”) και την ευαγγελική πτέρυγα (“de la biblia”) – μια κυνική καρικατούρα της βραζιλιάνικης κοινωνίας [1].

Τα fake news και οι αλγόριθμοι

Εδώ και κάποιο καιρό, το Ίντερνετ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντιμετωπίζονται ως μια άνευ προηγουμένου δυνατότητα επέκτασης της συμμετοχής των πολιτών στη δημοκρατία. Υπό το φως όσων συμβαίνουν στις ΗΠΑ και τη Βραζιλία, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι θα μετατραπούν σε ενταφιαστές της δημοκρατίας αν δεν ρυθμιστούν. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε δύο εργαλεία: τις ψευδείς ειδήσεις και τους αλγόριθμους.

Οι ψευδείς ειδήσεις υπήρχαν πάντοτε σε κοινωνίες με έντονους εσωτερικούς διαχωρισμούς και ιδιαίτερα σε περιόδους πολιτικής αντιπαλότητας. Σήμερα, ωστόσο, είναι ανησυχητική η καταστροφική δύναμη που αποκτούν μέσω της παραπληροφόρησης και των ψεμάτων που εξαπλώνουν.

Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα σοβαρό σε χώρες όπως η Ινδία και η Βραζιλία, όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –και ειδικά το WhatsApp (που έχει το λιγότερο ελέγξιμο περιεχόμενο, αφού είναι κρυπτογραφημένο)– χρησιμοποιούνται ευρέως, σε βαθμό που αποτελούν τη μεγαλύτερη, και σε ορισμένες περιπτώσεις τη μοναδική, πηγή πληροφόρησης (στη Βραζιλία, 120 εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν το WhatsApp).

Βραζιλιάνικες ερευνητικές ομάδες κατήγγειλαν στους New York Times, στις 17 Οκτωβρίου, ότι από τις 50 πιο προβεβλημένες εικόνες (viral) στις 347 δημόσιες ομάδες του WhatsApp που υποστήριζαν τον Μπολσονάρο, μόνο οι τέσσερις ήταν αληθινές.

Μία από αυτές ήταν μια φωτογραφία της Ντίλμα Ρούσεφ, υποψήφιας για τη Γερουσία, με τον Φιντέλ Κάστρο στην Κουβανική Επανάσταση. Ήταν στην πραγματικότητα ένα μοντάζ από εικόνες που αντλήθηκαν από το αρχείο του Τζον Ντυπρέ για τους New York Daily News το 1959. Εκείνη τη χρονιά η Ρούσεφ ήταν έντεκα χρονών. Λαμβάνοντας υποστήριξη από μεγάλες διεθνείς εταιρίες και από εθνικές και ξένες στρατιωτικές υπηρεσίες κατασκοπείας, η καμπάνια του Μπολσονάρο συνίσταται σε ένα τερατώδες σύνολο ψεμάτων από τα οποία η βραζιλιάνικη κοινωνία δύσκολα θα επιβιώσει.

Αυτό το καταστροφικό αποτέλεσμα ενισχύεται και από ένα ακόμη εργαλείο: τον αλγόριθμο. Αυτή η έννοια, αραβικής προέλευσης, περιγράφει έναν μαθηματικό υπολογισμό που επιτρέπει να προσδιοριστούν ιδιότητες και να ληφθούν γρήγορες αποφάσεις με βάση μια μεγάλη βάση δεδομένων και μεταβλητών, αναφορικά με ορισμένα επιδιωκόμενα αποτελέσματα (π.χ. την επιτυχία μιας εταιρίας ή τη νίκη σε μια εκλογική αναμέτρηση).

Παρά το γεγονός ότι φαινομενικά ο αλγόριθμος εμφανίζεται ως ένα ουδέτερο και αντικειμενικό εργαλείο, περιέχει υποκειμενικές εκτιμήσεις που παραμένουν κρυμμένες μέσα στους υπολογισμούς (π.χ. τι σημαίνει επιτυχία; Πώς ορίζεται ο καταλληλότερος υποψήφιος;)

Όταν οι εταιρίες αναγκάζονται να αποκαλύψουν τα κριτήρια, απαντούν με το επιχείρημα του επιχειρηματικού απορρήτου. Στο πεδίο της πολιτικής, ο αλγόριθμος επιτρέπει την ανατροφοδότηση και την ενίσχυση της απήχησης μιας θεματικής που είναι της μόδας στα δίκτυα, κι άρα δημοφιλής, η οποία θεωρείται ότι σχετίζεται με τον αλγόριθμο.

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι τα viral στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποτελούν προϊόν ενός γιγαντιαίου χειρισμού της πληροφορίας που πραγματοποιείται από δίκτυα ρομπότ και αυτοματοποιημένα προφίλ που διαχέουν σε εκατομμύρια ανθρώπους ψευδείς ειδήσεις και σχόλια υπέρ ή κατά ενός υποψηφίου, μετατρέποντας τεχνητά το θέμα σε δημοφιλή συζήτηση, και κερδίζοντας έτσι ακόμα μεγαλύτερη απήχηση μέσω του αλγόριθμου.

Δεν υπάρχουν κριτήρια διαχωρισμού του αληθούς από το ψευδές, και τα αποτελέσματα γίνονται όλο και καταστροφικά όσο πιο ευάλωτος είναι ένας πληθυσμός απέναντι στα ψέματα.

Έτσι, πρόσφατα, οι εκλογικές προτιμήσεις έγιναν αντικείμενο χειρισμού σε 17 χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ (υπέρ του Τραμπ) και τώρα η Βραζιλία (υπέρ του Μπολσονάρο), σε τέτοιο βαθμό που απειλείται ολοσχερώς η δημοκρατία.

Θα επιβιώσει η κοινή γνώμη από μια τέτοια λαίλαπα παραπληροφόρησης; Έχει η πραγματική πληροφόρηση κάποια ελπίδα να αντισταθεί σε μια τέτοια χιονοστιβάδα ψεμάτων;

Έχω υποστηρίξει ότι σε καταστάσεις πλημμύρας, το ζητούμενο είναι να πίνεις πόσιμο νερό. Αναλύοντας τον βαθμό στον οποίο η πληροφορική διαμορφώνει τις απόψεις, τα γούστα και τις αποφάσεις μας, η ερευνήτρια υπολογιστών Cathy O’Neil περιγράφει τα μεγαδεδομένα και τους αλγόριθμους ως όπλα μαθηματικής καταστροφής (Weapons of Math Destruction, 2016).

Η αιχμαλωσία των θεσμών

Τα αποτελέσματα των αυταρχικών και αντιδημοκρατικών πρακτικών στους θεσμούς επέρχονται σταδιακά. Οι Πρόεδροι και οι πολιτικές ηγεσίες που εκλέγονται μέσα από τους νέους τύπους απάτης που μόλις ανέφερα έχουν ανοιχτή δίοδο στο να εργαλειοποιήσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς. Και μπορούν να το κάνουν όντας υποτίθεται εντός νομιμότητας, ανεξάρτητα από το πόσο εμφανείς είναι οι καταχρήσεις και οι διαστρεβλωμένες ερμηνείας των νόμων και του Συντάγματος.

Εδώ και κάποιο καιρό, η Βραζιλία έχει γίνει ένα τεράστιο εργαστήριο αυταρχικού χειρισμού της νομιμότητας. Αυτή η αιχμαλωσία κατέστησε εφικτή την παρουσία του νεοφασίστα Μπολσονάρο στον δεύτερο γύρο και τελικά την εκλογή του.

Όπως έχει συμβεί και σε άλλες χώρες, ο πρώτος θεσμός που αιχμαλωτίζεται είναι το δικαστικό σύστημα. Για δύο λόγους: επειδή είναι ο θεσμός με πολιτική δύναμη που είναι ο πιο απομακρυσμένος από την εκλογική πολιτική και επειδή είναι συνταγματικά ένα θεσμικό σώμα κυριαρχίας που εκλαμβάνεται ως «ουδέτερος κριτής».

Σε μια επόμενη ευκαιρία, θα αναλύσω αυτή τη διαδικασία αιχμαλωσίας των θεσμών. Τι θα συμβεί στη δημοκρατία της Βραζιλίας αν αυτή η αιχμαλωσία συγκεκριμενοποιηθεί, ακολουθούμενη από άλλες αιχμαλωσίες που θα καταστούν εφικτές; Θα παραμείνει μια δημοκρατία;

Σημείωση

[1] Γίνεται αναφορά στις τρεις ομάδες εξουσίας στις οποίες στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό η νίκη του Μπολσονάρο, οι οποίες στη Βραζιλία περιγράφονται συχνά και ως τα τρία “Β” από τα αρχικά των λέξεων “balla” (σφαίρα), “buey” (βόδι) και “Biblia” (Βίβλος). (Σ.τ.Μ.)

To άρθρο δημοσιεύτηκε στην Página 12, στις 25 Οκτωβρίου 2018.

https://www.pagina12.com.ar/150918-brasil-las-democracias-tambien-mueren-democraticamente

Για τον συγγραφέα

Ο Boaventura de Sousa Santos είναι Καθηγητής στη Σχολή Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Κοΐμπρα, έχει τον τίτλο του Distinguished Legal Scholar στη Νομική Σχολή Wisconsin-Madison, του Global Legal Scholar στο Πανεπιστήμιο του Warwick, και είναι διευθυντής του Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών στο Πανεπιστήμιο της Κοΐμπρα.

More Articles
Close
gilets

Κίτρινα Γιλέκα: «Όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να επανοικειοποιηθούν την ίδια τους τη ζωή»

O 26χρονος συγγραφέας Εντουάρ Λουί [Édouard Louis], βραβευμένος το 2014 με το βραβείο Goncourt για το πρώτο του μυθιστόρημα, το αυτοβιογραφικό «Να τελειώνουμε με τον...