Η σύνθετη περίπτωση των βομβιστών αυτοκτονίας: Υπηρέτες μιας τυφλής πίστης ή ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις;


Ένα από τα ερωτήματα που έχουν απασχολήσει όσο λίγα το σύγχρονο κόσμο είναι το εξής: Γιατί να θέλει κάποιος να γίνει βομβιστής αυτοκτονίας; Να ζωστεί με εκρηκτικά και να πάρει μαζί του μερικούς ακόμα; Το ερώτημα δεν είναι απλό και αν κάποιος νομίζει ότι η απάντηση βρίσκεται στην τυφλή πίστη στο “σκοπό” (όποιος κι αν είναι αυτός), υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που συνηγορούν στο αντίθετο, ή τουλάχιστον δημιουργούν αμφιβολίες. 


της Μαρίας Δεδούση


Σε πολλές από τις περιπτώσεις στις οποίες έχουν καταγραφεί επιθέσεις αυτοκτονίας, η επίθεση θα μπορούσε να έχει γίνει εκ του μακρόθεν. Η σύγχρονη τεχνολογία το επιτρέπει, τα οπλικά συστήματα είναι τέτοια που δεν χρειάζεται πλέον να πλησιάσεις το στόχο σου ούτε στην ίδια πόλη -αν έχεις αρκετά χρήματα- και πάντως ούτε στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο -αν δεν έχεις. Είναι προφανές ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι βομβιστές αυτοκτονίας δεν δρουν από αναγκαιότητα, αλλά από κάποια εσωτερική παρόρμηση που τους κάνει να πιστεύουν ότι δεν αρκεί να σκοτώσουν, πρέπει να θυσιαστούν και οι ίδιοι.

Η ψυχολογία του βομβιστή αυτοκτονίας έχει αποτελέσει -και συνεχίζει να αποτελεί- αντικείμενο μελέτης από πολλές επιστήμες, ανάμεσα στην οποία η ψυχολογία αλλά και η κοινωνιολογία. Είναι ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί σε πολλούς και πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς και περιπτώσεις, όπως η Ιαπωνία στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή το σύγχρονο Ισλάμ. Οι άξονες στους οποίους εντοπίζεται η αιτιολόγηση μιας τέτοιας πράξης είναι βασικά δύο: Ο ένας είναι ιδεολογικός και ο άλλος αφορά στα ατομικά χαρακτηριστικά του δράστη. Το ερώτημα δεν έχει απαντηθεί επαρκώς και παραμένει: πρόκειται για υγιείς ψυχικά ανθρώπους που απλώς δρουν με γνώμονα την τυφλή τους πίστη, ή για άτομα με αυτοκτονικές τάσεις;

Ο πρίγκιπας του Παραδείσου

Στο πρόσφατο βιβλίο του, με τίτλο “ο Πρίγκιπας του Παραδείσου”, ο Βρετανός δημοσιογράφος και ερευνητής Ίεν Όβερτον εξετάζει το θέμα της σύγχρονης τρομοκρατίας και ιδιαίτερα των επιθέσεων αυτοκτονίας, τοποθετώντας τις απαρχές του -και δεν είναι ο πρώτος- στην τσαρική Ρωσία και το σκληροπυρηνικό κόμμα της Λαϊκής Βούλησης (Narodnaya Volya) που ιδρύθηκε το 1879, καταγράφοντας έναν φιλόδοξο στόχο στις πρώτες παραγράφους της ιδρυτικής του διακήρυξης: τη δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου Β’ και την πυροδότηση μιας επανάστασης στην αυτοκρατορία των 90 εκατομμυρίων κατοίκων, τότε. Το πρώτο το πέτυχαν με μια επίθεση αυτοκτονίας. Το δεύτερο όχι.

Οι προκηρύξεις της Λαϊκής Βούλησης, τα μέλη της οποίας -γυναίκες και άντρες- πειραματίζονταν με εκρηκτικά συχνά με κίνδυνο της ζωής τους, βασίστηκαν στο “Επαναστατικό Μανιφέστο του Μιχαήλ Μπακούνιν και του Σεργκέι Μιχαήλοβιτς Νετσάγιεφ. Ο Νετσάγιεφ ήταν η προσωπικότητα που ενέπνευσε τους “Δαιμονισμένους” του Ντοστογιέφσκι και ο άνθρωπος που εισήγαγε την έννοια της απόλυτης υποταγής στο σκοπό. Είναι επίσης ο πρώτος που σχεδόν μυθοποίησε την ιδέα της βίας για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Κατά το “Επαναστατικό Μανιφέστο”, το οποίο αντανακλούσε τις πεποιθήσεις του ίδιου του Νετσάγιεφ, αυτός που θα κρινόταν άξιος να γίνει μέλος της οργάνωσής του δεν έπρεπε να έχει «ούτε προσωπικά συμφέροντα ούτε συναισθηματικούς δεσμούς ούτε καν όνομα». «Είναι έτοιμος να πεθάνει κάθε μέρα… Όσο σκληρός είναι με τον εαυτό του τόσο σκληρός πρέπει να είναι και με τους άλλους», έγραφε το μανιφέστο. Οτιδήποτε εξυπηρετεί τον απόλυτο σκοπό –την επανάσταση– είναι ηθικό, έγραφε ο Νετσάγιεφ.


Ξεκινώντας λοιπόν, από τον Νετσάγιεφ, ο Όβερτον συνεχίζει την περιήγησή του στο σκοτεινό σύμπαν των επιθέσεων αυτοκτονίας, υπολογίζοντας ότι από την επίθεση κατά του Τσάρου το 1881, περισσότεροι από 72.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας. Και βέβαια, προσπαθεί να δώσει μια απάντηση στο ίδιο ερώτημα: Γιατί να θέλει κάποιος να γίνει βομβιστής αυτοκτονίας;

Ο συγγραφέας κλίνει στα ιδεολογικά κίνητρα. Η βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας περιγράφεται ως μια ηρωική πράξη από αυτούς που οπλίζουν τους βομβιστές και πολύ συχνά και από τους ίδιους, σε βίντεο που ετοιμάζουν πριν πάνε να ανατιναχθούν. Μια πράξη που υπαγορεύεται από ποταμούς πολιτικής ή θρησκευτικής ιδεολογίας και συνήθως ορίζεται από τους δράστες ως πράξη αντίστασης: Ενάντια σε κάποια κατοχή, επέμβαση, ή απλώς ενάντια στην επιβολή της δυτικής κουλτούρας για παράδειγμα. Ο Όβερτον προτείνει μια ενιαία οπτική πάνω στο θέμα: Κάνει την ανάλυσή του -όπως φανερώνει και ο τίτλος του βιβλίου του- πάνω στη βάση της ιδεοληψίας ότι είτε το άτομο οφείλει να θυσιάζεται για το ευρύτερο κοινό, είτε ότι η ζωή συνεχίζεται και μετά το θάνατο, άρα η αυτοθυσία θα ανταμειφθεί. Πολλοί από τους βομβιστές αυτοκτονίας πιστεύουν ότι αυτό που κάνουν είναι ο μόνος τρόπος να νικήσουν τον εχθρό, αλλά και ο δικός τους τρόπος να ζήσουν την επόμενη ζωή ως Μάρτυρες, και άρα προνομιούχοι του κάθε Παραδείσου.

Και αυτή είναι μια πεποίθηση που ενισχύεται από τις ακραίες ερμηνείες του Ισλάμ, ερμηνείες που οι μετριοπαθείς πιστοί δεν αναγνωρίζουν. Στο Κοράνι γίνεται σαφές ότι η αυτοκτονία απαγορεύεται, όπως και στη χριστιανική θρησκεία άλλωστε. Όμως, σύμφωνα με τις σκληροπυρηνικές ερμηνείες, ο βομβιστής αυτοκτονίας δεν αυτοκτονεί, αλλά γίνεται “μάρτυρας” και άρα διεκδικεί αυτομάτως μια περίοπτη θέση στον Παράδεισο. Η εξήγηση αυτή έχει μια δόση αλήθειας, δεν μπορεί να εξηγήσει όμως περιπτώσεις όπως των Ταμίλ στη Σρι Λάνκα, που είναι Ινδουιστές. Ή του κουρδικού PKK, που έχει Μαρξιστικές-Λενινιστικές καταβολές και καμία σχέση με το Ισλάμ. Ή ακόμα και της Φατάχ, στην Παλαιστίνη, που είναι ένα ενθνικοαπελευθερωτικό κίνημα και όχι μια θρησκευτική οργάνωση. Συνεπώς, όσο και αν σε κάποιες -πολλές- περιπτώσεις η επίθεση αυτοκτονίας συνδέεται με την τυφλή θρησκευτική πίστη και τις ακραίες ερμηνείες του Κορανίου, δεν μπορούμε να μην δούμε ότι εξίσου συχνά τα κίνητρά της δεν είναι θρησκευτικά, αλλά πολιτικά. Παρ’ όλα αυτά είναι γεγονός ότι οργανώσεις με έντονη ένοπλη δράση στη Δύση, όπως ο IRA, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ή η RAF, απουσίασαν εντελώς οι επιθέσεις αυτοκτονίας…


Ατομικά κίνητρα και αυτοκτονικές τάσεις

Η εναλλακτική προσέγγιση είναι να εξετάσουμε την ατομική ψυχολογία του κάθε δράστη και το πώς οι ζωή τους και τα πιστεύω του τον οδήγησαν σε μια τέτοια πράξη, αλλά και την ψυχολογική του κατάσταση.

Στο Ισραήλ και τα Παλαιστινιακά εδάφη, την περίοδο που οι επιθέσεις αυτοκτονίας παρουσίασαν τεράστια έξαρση, στις αρχές του 21ου αιώνα, οι Αρχές αναζητούσαν αμέσως την ταυτότητα του δράστη. Μιλούσαν με φίλους και συγγενείς και οι ζωές των δραστών κυριολεκτικά περνούσαν από κόσκινο. Οι περισσότεροι άνθρωποι από το περιβάλλον των δραστών έδιναν μια σχεδόν ιδανική εικόνα του: Ήταν άνθρωπος με αρχές, πιστός στα οράματά του, ή ένας άνθρωπος που είχε περάσει πολλά στη ζωή του και αυτό, κατά τη γνώμη τους, εξηγούσε την πράξη του.

Οι νεότερες θεωρήσεις για τους δράστες των επιθέσεων αυτοκτονίας παρατηρούν ότι ο ρόλος της θρησκευτικής πίστης έχει περιοριστεί και εστιάζουν στα ατομικά χαρακτηριστικά με έμφαση στην παραβατικότητα, τη μοναχικότητα, την εκδικητικότητα, αλλά και την κατάθλιψη. Και αυτό προκύπτει από τη μελέτη των βιολογικών χαρακτηριστικών των δραστών. Έχει διαπιστωθεί ότι άτομα με συγκεκριμένα επίπεδα σεροτονίνης ή ντοπαμίνης είναι πιθανότερο να αναπτύξουν τέτοιες επιθετικές συμπεριφορές. Οι έρευνες αυτές αναφέρουν ότι οι βιολογικοί παράγοντες δεν επιδρούν καταλυτικά και απόλυτα στη συμπεριφορά των ανθρώπων, αλλά αλληλοεπιδρούν και ενισχύονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι η ελλιπής διατροφή, η κακή ή ελλιπής ανατροφή απ’ τους γονείς, καθώς και η έκθεση σε συνθήκες «υψηλού κινδύνου», πόλεμο, για παράδειγμα, ή πείνα.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή του συγκεκριμένου θέματος προσέφερε και μια ταινία. Η “Επίθεση” του Ziad Doueiri, αφηγείται την ιστορία ενός αραβο-ισραηλινού ζευγαριού τής μεσοανώτερης τάξης που ζει μια εξαιρετική ζωή σε ένα μοντέρνο προάστιο του Τελ Αβίβ. Ο Amin Jaafari είναι ένας κοσμικός, απολιτίκ χειρουργός από μουσουλμανική οικογένεια, πολύ δημοφιλής μεταξύ των Εβραίων συναδέλφων του. Η σύζυγός του, Siham, είναι μια πολύ όμορφη, μυστηριώδης γυναίκα που ο θεατής ελάχιστα γνωρίζει, πέρα από το γεγονός ότι φαίνεται πολύ ερωτευμένη με το σύζυγό της – κάθε φορά που χωρίζουν “πεθαίνει από λίγο”, του λέει.

Ένα βράδυ, αφότου ο Amin παραλαμβάνει ένα βραβείο, ανακαλύπτει ότι η σύζυγός του είναι μεταξύ εκείνων που σκοτώθηκαν σε μια επίθεση αυτοκτονίας σε ένα πολυσύχναστο καφέ τού Τελ Αβίβ. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος προσπαθεί εμμονικά να πιστέψει ότι εκείνη ήταν ένα αθώο θύμα,  αναγκάζεται τελικά να αποδεχτεί την αλήθεια: Η Siham ήταν η δράστις. Και πλέον βρίσκεται αντιμέτωπος και με ένα φριχτό ερώτημα: Τι την οδήγησε να το κάνει;

Κατά τη διάρκεια της ταινίας, παρακολουθούμε τις κολοσσιαίες διαφορές μεταξύ της ζωής του Amin στο Ισραήλ και της οικογένειάς του στην υπό κατοχή Παλαιστίνη. Η ταινία υπαινίσσεται ότι η Siham είχε συνείδηση αυτής της κατάστασης -σε αντίθεση με το σύζυγό της και τα κίνητρά της ήταν όχι ακριβώς πολιτικά, αλλά μάλλον αντίδραση στην ταπείνωση των Παλαιστινίων. Σε μια αναδρομή στο παρελθόν, μαθαίνουμε ότι αρνήθηκε να κάνει παιδί με αυτόν, επειδή, ως Ισραηλινός Άραβας, το παιδί δεν θα έχει καμία πατρίδα. Μαθαίνουμε, επίσης, ότι η Siham έγινε μάρτυρας των όσων συνέβησαν μετά την ισραηλινή επίθεση στη Τζενίν, το 2002. Αλλά η απόφαση της Siham ποτέ δεν εξηγήθηκε επαρκώς από πολιτικούς, εθνικούς ή θρησκευτικούς λόγους. Ναι μεν όλα αυτά φαίνονται να την είχαν επηρεάσει και εμφανίζονται ως τμηματική επεξήγηση, αλλά όχι στο σημείο να κάνει μια τέτοια πράξη.

Ο Amin αρχίζει να αναζητά το κίνητρο της συζύγου του μέσα από πιο προσωπικές ενδείξεις. Αρχίζει να θυμάται πιο προσεκτικά σκηνές από το γάμο τους, οι οποίες δείχνουν ότι τελικά η τέλεια σχέση τους δεν ήταν και τόσο τέλεια. Αρχίζει να υποπτεύεται ότι έκανε ότι έκανε για να εκδικηθεί προσωπικά εκείνον, ή επειδή υπέφερε από κατάθλιψη. Πολιτικά και προσωπικά κίνητρα μπλέκονται εν τέλει.

Αυτή η εικόνα αντιστοιχεί στην ακαδημαϊκή έρευνα που έγινε από τον Αμερικανό ψυχίατρο Jerrold Post, ο οποίος υποστήριξε ότι η ουσία τής τρομοκρατικής βίας δεν είναι τα δήθεν πολιτικά κίνητρα, αλλά η ίδια η βία. Οι τρομοκράτες είναι άνθρωποι που αισθάνονται «ψυχολογικά υποχρεωμένοι» να διαπράξουν βίαιες πράξεις. Οι πολιτικοί στόχοι που ασπάζονται αποτελούν απλώς μια εκλογίκευση της ανάγκης αυτής. Ο Ariel Merari, ένας ευρέως σεβαστός Ισραηλινός εμπειρογνώμονας για την τρομοκρατία, εργάστηκε για 12 χρόνια παίρνοντας συνεντεύξεις από 15 βομβιστές αυτοκτονίας που δεν ολοκλήρωσαν το σκοπό τους. Βρήκε σε όλους ενδείξεις κατάθλιψης.

Βέβαια, αυτή η εκδοχή, συνάντησε αντίσταση και εν κατακλείδι απορρίφθηκε ως μη επαρκώς τεκμηριωμένη από όσους πιστεύουν ότι οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι ορμώμενες από καθαρά θρησκευτικά και/ή πολιτικά κριτήρια και ότι τα ευρήματα αυτά δεν είναι παρά προφάσεις εν αμαρτίαις και μια προβολή της «ασυνείδητης επιθυμίας» των Ισραηλινών να βρουν ψυχολογική και όχι πολιτική εξήγηση για την τρομοκρατία εναντίον της χώρας τους.

Μια (ίσως όχι και τόσο) ιδιαίτερη περίπτωση: Οι Καμικάζι

Αντίθετα με όσα πιστεύουμε, δεν πέθαναν όλοι οι πιλότοι του Σώματος Ειδικής Επίθεσης, οι γνωστοί Καμικάζι. Κάποιοι δεν κατάφεραν να βρουν εχθρικό πλοίο σε καμία τους απόπειρα και γυρνούσαν πίσω απογοητευμένοι, για να τους βγει ζωντανούς τελικά η λήξη του πολέμου. Άλλοι δεν κατάφεραν να απογειωθούν λόγω μηχανικής βλάβης και επέζησαν για να διηγηθούν τις εμπειρίες τους. Αυτές οι διηγήσεις σε συνδυασμό με τα τελευταία γράμματα των πεθαμένων, μας δίνουν μια εικόνα της ατμόσφαιρας στο Ιαπωνικό Σώμα. Ένας από τους επιζήσαντες, είπε: «Άρχισα να αναρωτιέμαι αν όταν προσφέρθηκα εθελοντικά, ήμουν καλά στα μυαλά μου, και αν, όταν ερχόταν η ώρα να αναχωρήσουμε, θα κλονιζόμουν και τα χέρια ή τα πόδια μου θα έτρεμαν». Αναφερόμενος στη φράση “Tenno Heika Banzai” που σημαίνει «να ζήσει ο αυτοκράτορας», ο ίδιος θυμάται: «Στην Ιαπωνία, όταν πεθαίνεις υποτίθεται ότι πρέπει να πεις ‘Μπανζάι’ στον αυτοκράτορα, αλλά οι περισσότεροι από μας στην πραγματικότητα θέλαμε να πούμε ‘μητέρα΄ πριν πεθάνουμε».

Ίσως η ομολογία του συγκεκριμένου Καμικάζι -που δεν ήταν φυσικά ο μόνος με τέτοιες σκέψεις, να απαντά με έναν ιδιαίτερο τρόπο σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα.

Κακώς οι Καμικάζι συγχέονται με τους Σαμουράϊ και την αυτοκτονία για λόγους τιμής, που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Ιαπωνικής φιλοσοφίας. Οι πρώτοι επέλεγαν πώς θα τελειώσουν τη ζωή τους, ενώ οι δεύτεροι ‘διατάζονταν’ να θυσιαστούν από τον θεοκρατικό φασισμό του Χιροχίτο, την ώρα που η θυσία αυτή τους παρουσιαζόταν ως εθελοντική. Όταν οι Σαμουράι αντιμετώπιζαν έναν ανώτερο εχθρό και η ήττα φαινόταν αναπόφευκτη, ο κώδικας τιμής τους επέβαλε να αυτοκτονήσουν με χαρακίρι ή να πολεμήσουν μέχρι τελικής πτώσης. Η αποστολή ενός Καμικάζι ήταν μια εντολή από έναν ανώτερο και συνοδευόταν με ένα ποτήρι σάκε κερασμένο από τον αυτοκράτορα. Όπως φαίνεται στα τελευταία γράμματα των στρατιωτών του Χιροχίτο, αν και πολλοί ανυπομονούσαν να θυσιαστούν για τον αυτοκράτορα και την πατρίδα, κάποιοι άλλοι περιέγραφαν την επικείμενη αποστολή σαν κάτι που δεν μπορούσαν να αποφύγουν. Δεν πίστεψαν όλοι την προπαγάνδα του κράτους. Μεγάλο ρόλο φαίνεται να έπαιξε η κοινωνική πίεση και η ψυχολογία της αγέλης στο να μην αρνηθούν την εκτέλεση του καθήκοντός τους. Ο δημοσιογράφος και μελετητής Tsuneo Watanabe, έχει γράψει για αυτούς: «Ήταν πρόβατα στη σφαγή. Κάποιοι δεν μπορούσαν να σταθούν όρθιοι, και τους κουβαλούσαν και τους έσπρωχναν στο αεροπλάνο οι μηχανικοί»… Παρόλα αυτά, όλοι έχουμε την εικόνα των ατρόμητων και εντελώς αποφασισμένων πιλότων που πήγαιναν πρόθυμα στο θάνατο, μια πολύ λάθος εικόνα.

Αντί επιλόγου θα μπορούσε να πει κανείς ότι το φαινόμενο παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα του καιρού μας και ο αντικειμενικός σκοπός της μελέτης του δεν είναι βέβαια η απλή καταγραφή και παράθεση θεωριών, αλλά η κατανόησή του και εν τέλει η πιθανή εξάλειψή του.

Η Μαρία Δεδούση είναι δημοσιογράφος