Πολ Γκίνσμποργκ: Το κίνημα της σαρδέλας και οι πιθανότητες μιας νέας γλώσσας της πολιτικής

Τι είναι το «κίνημα της σαρδέλας» και πόσο μπορεί να διαρκέσει; Ο ιστορικός Πολ Γκίνσμποργκ μιλά για τα κοινωνικά κινήματα στη χώρα του από την εποχή του Μπερλουσκόνι έως σήμερα, την επί πολλά χρόνια αποδυνάμωση της ιταλικής Αριστεράς, και τη νέα δημοκρατική ενεργητικότητα που αναδύεται τις τελευταίες εβδομάδες, με μια παράξενη και ρηξικέλευθη μορφή: το «κίνημα της σαρδέλας».


Συνέντευξη στον Jamie Mackay

Μετάφραση: Συντακτική ομάδα pass-world.gr


Από τον Νοέμβριο του 2019, ένα νέο κοινωνικό κίνημα άρχισε αναπάντεχα να εξαπλώνεται σε όλη την Ιταλία. Με μια πρώτη ματιά, οι συμμετέχοντες/ουσες έμοιαζαν κάπως αφελείς. Οι «σαρδέλες» –όπως αυτοαποκαλούνται– πλημμύρισαν την περίφημη πλατεία Piazza Grande της Μπολόνια, κρατώντας εικόνες και πλακάτ με το γνωστό ψάρι – ένα σύμβολο που σύμφωνα με τους διοργανωτές αναπαριστά την κοινότητα, τη μη-βία και την ελευθερία σε μαζική κλίμακα.

Τις επόμενες εβδομάδες, οι διαδηλώτριες/ές –κυρίως νέοι, απασχολούμενοι στον τομέα των υπηρεσιών, μεσαίας τάξης, υψηλής μόρφωσης, αλλά με επισφαλείς δουλειές– επανέλαβαν με εντυπωσιακό τρόπο το επίτευγμα της Μπολόνια.

Ενενήντα πλατείες καταλήφθηκαν προσωρινά, με το συνολικό αριθμό των ανθρώπων που ενεπλάκησαν αυθόρμητα σε διαδήλωση να είναι ο μεγαλύτερος από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αρχική στόχευση του «κινήματος της σαρδέλας» ήταν απλή: να εμποδίσουν τη ρατσιστική και φασιστική Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι (που στις δημοσκοπήσεις συγκεντρώνει περίπου 33% σε εθνικό επίπεδο) να κερδίσει την εύπορη και αριστερίζουσα περιοχή Εμίλια-Ρομάνια, στις επερχόμενες περιφερειακές εκλογές. Ο ευρύτερος στόχος τους, ωστόσο, δεν είναι απλώς η Λέγκα, αλλά τα βαθύτερα στρώματα διαφθοράς των υφιστάμενων πολιτικών λόγων και πρακτικών τόσο στη Δεξιά, όσο και στην Αριστερά.

Καθώς οι διαδηλώτριες/ές ετοιμάζονται για έναν νέο γύρο κινητοποιήσεων τη νέα χρονιά, ο Jamie Mackay μίλησε με τον ιστορικό Πολ Γκίνσμποργκ για την ιστορία των κινημάτων της κοινωνίας των πολιτών στην Ιταλία, και τις προκλήσεις με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπα.

Ερ: Το «κίνημα της σαρδέλας» εμφανίστηκε ξαφνικά, στα τέλη της περασμένης χρονιάς, συγκεντρώνοντας τεράστιους αριθμούς ανθρώπων. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την ξαφνική ανάδυση αυτού κινήματος, σε σχέση με άλλα πρόσφατα ιστορικά παραδείγματα;

Απ: Αυτή είναι μια πολύ πιο δύσκολη ερώτηση από ό,τι φαίνεται αρχικά. Τη στιγμή που οι «σαρδέλες» εμφανίστηκαν στο προσκήνιο, η Ιταλία ήταν ουσιαστικά ξεγραμμένη από πλευράς λαϊκών κινημάτων. Έμοιαζε σαν η υπόλοιπη Ευρώπη να κινείται, όμως από την Ιταλία και την «κόκκινη Μπολόνια» –όπως την αποκαλούσαν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 λόγω της ισχυρής Αριστερής πολιτικής της κουλτούρας– υπήρχε μόνο μια μακρά σιωπή.

Υπήρξαν ορισμένες σημαντικές κινητοποιήσεις της μεσαίας τάξης στις αρχές της δεκαετίας του 1990: το κίνημα των Girotondi (σ.τ.μ. σημαίνει έναν κυκλωτικό χορό του τύπου «γύρω γύρω όλοι») ήταν σημαντικό κομμάτι της αντί-μπερλουσκονικής συμμαχίας εκείνη την εποχή. Όμως αυτές ήταν κυρίως αμυντικές μάχες, που δεν διήρκησαν πολύ. To κίνημα του Μοβ Λαού (Popolo Viola), για παράδειγμα, που συγκέντρωσε 70.000 νέους διαδηλωτές στην πρώτη του εμφάνιση, διαλύθηκε μέσα σε έναν μήνα. Και όμως, οι «σαρδέλες» είναι αυτή τη στιγμή εδώ, και αυτό είναι υπό μία έννοια εντυπωσιακό.

Κύματα σαν αυτά είτε κινητοποιούν τους ανθρώπους –όλους μας– είτε χρειάζεται να περιμένουμε άλλα δέκα χρόνια για να ξαναπροσπαθήσουμε. Για ποιο λόγο αυτό το συγκεκριμένο κίνημα κινητοποίησε τον κόσμο, δεν το ξέρω. Σίγουρα χρησιμοποίησαν σε μέγιστο βαθμό τα κοινωνικά δίκτυα. Αλλά ακόμα και αν δεν είμαστε βέβαιοι για τις αιτίες, δεν υπάρχει αμφιβολία για τα αποτελέσματα. Ανέστειλαν τις δημοσκοπήσεις. Δημιούργησαν ήδη πτώση μίας ποσοστιαίας μονάδας στον Σαλβίνι, πράγμα που είναι πολύ σημαντικό. Είναι σαφές ότι επιτελούν μια λειτουργία.

Ερ: Μια συχνή κριτική που ασκείται στις «σαρδέλες» είναι ότι είναι απολίτικοι. Στη διαδήλωση στη Φλορεντία, υπήρξε μια στιγμή όπου κάποιος ύψωσε μια μεγάλη κομμουνιστική σημαία πάνω από το πλήθος και όλοι όσοι ήταν γύρω φώναζαν να την κατεβάσει. Έχουν επίσης απορρίψει προτάσεις να συνεργαστούν με οποιοδήποτε κόμμα ή να σχηματίσουν δικό τους. Απαντούν ότι δεν είναι απολίτικοι, αλλά ακομμάτιστοι [apartitica], δηλαδή δριμύτατα αντίθετοι στις κακές πρακτικές που ακολούθησαν τα πολιτικά κόμματα της Ιταλίας για πολλές δεκαετίες…

Απ: Το κίνημα βρίσκεται στις απαρχές του και θα εξελιχθεί ταχύτατα. Στον πυρήνα του είναι η απόρριψη της βίας. Υπάρχει μια πολύ σημαντική, άρρητη μετατόπιση από την πολιτική στρατευμένων κινημάτων, όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες της δεκαετίας του 1970, στην κουλτούρα της μη-βίας και την μαζική αποδοχή του πασιφισμού. Οι «σαρδέλες» είναι απολύτως «αθώες» με τη στενή πολιτική έννοια, κι έτσι οι επικριτές τους δεν ξέρουν τι να κάνουν. Σε στιγμές όπως αυτή, ο ίδιος ο πασιφισμός είναι μια ριζοσπαστική ατζέντα.

Ερ: Ένα από τα πράγματα που βρίσκω ενδιαφέροντα είναι πόσο αποτελεσματικοί έχουν αποδειχθεί στο να διαταράσσουν τη ρητορική του Σαλβίνι. Όπως ήταν αναμενόμενο, η πρώτη του απάντηση ήταν να ξεσπάσει ότι «θα τους κυνηγήσει!», όπως είπε. Όμως, μπροστά σε ένα κίνημα που είναι τόσο ειρηνικό, όπως λέτε, αυτές οι διακηρύξεις μοιάζουν κενές, ακόμα και ανάμεσα στους υποστηρικτές του. Θα συμφωνούσα ότι οι διοργανώτριες/ές απέδειξαν πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι η μη-βία απέναντι στη λογική του δεξιού λαϊκισμού. Είναι, ωστόσο, αυτό αρκετό για το άνοιγμα ενός νέου θετικού δημοκρατικού χώρου;

Απ: Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις πιθανότητες μιας νέας γλώσσας της πολιτικής. Το πρώτο στοιχείο για την απάντηση στο ερώτημα αφορά σε μεγάλο βαθμό τη συλλογική ικανότητά μας να ακούμε. Στην Ιταλία κανείς δεν ακούει κανέναν στα πολιτικά μαζέματα. Αντίθετα, μαζεύονται στο πίσω μέρος του δωματίου και συνωμοσιολογούν.

Χρειαζόμαστε μια πολιτική που βασίζεται στη διεύρυνση της δημοκρατίας και στην υπεράσπιση των εσωτερικών διεργασιών της. Πολύ συχνά, τα πολιτικά μαζέματα τελειώνουν πολύ αργότερα από τον προγραμματισμό, και πολλές φορές, υπό την κυριαρχία των ανδρών ακτιβιστών, τελειώνουν αργά μέσα στη νύχτα. Είναι ένας σοκαριστικός, αλλά μακροχρόνιος τρόπος λειτουργίας, Αν ένα κίνημα σημαίνει κάτι, αυτό είναι ότι όσα είπατε για την γλώσσα θα πρέπει να εφαρμόζονται και σε άλλα ζητήματα. Η αποχή είναι φρικτά υψηλή. Μια από τις πιο ανησυχητικές πτυχές της πολιτικής των κοινωνικών κινημάτων είναι το πώς οι άνθρωποι έρχονται και μετά εξαφανίζονται. Φεύγουν βράδυ και δεν τους ξαναβλέπουμε ποτέ.

Ερ: Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτή τη δυναμική μάλλον θα ήταν το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, το οποίο μέσα σε δέκα χρόνια μετατράπηκε από ένα κοινωνικό κίνημα στο μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα μιας κυβέρνησης. Και η δύναμή του επίσης βασίστηκε σε μια επίκληση της αρχής της άμεσης δημοκρατίας. Πώς σχετίζεται αυτό το πείραμα με το «κίνημα των σαρδελών»;

Απ: Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων απέτυχε, ή είναι σε μια διαδικασία αποτυχίας. Αυτό δίνει στις «σαρδέλες» χώρο να κινηθούν. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε πώς η Ιταλία μετατοπίστηκε από μια παραδοσιακή αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική κυβέρνηση προς τις εμμονές του Κινήματος των Πέντε Αστέρων πάνω στις μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας. Όμως τα θαλάσσωσαν για τα καλά.

Η γενική εντύπωση που έδωσαν δεν ήταν αυτή ενός αυθεντικά συμμετοχικού μοντέλου, αλλά ενός ψευδεπίγραφου, καρυκευμένου με ευλαβικές στάσεις απέναντι στον ηγέτη τους, Μπέπε Γκρίλο. Μετά υπάρχει και η «πλατφόρμα Ρουσώ», η οργανωτική τους πλατφόρμα, οι εσωτερικοί μηχανισμοί της οποίας παραμένουν ένα μυστήριο ιεραρχίας. Εδώ είμαστε αντιμέτωποι με μια ψευδαίσθηση δημοκρατίας. Ουσιαστικά, περίπου τριάντα χιλιάδες μέλη –που στην ουσία είναι πολύ περισσότερα– χρησιμοποιούν δημοσκοπήσεις και ερωτηματολόγια για να αποφασίσουν τη γραμμή του κόμματος. Εν τω μεταξύ, η πολιτική γραμμή υπαγορεύεται ξεκάθαρα από την ηγεσία, η οποία αποτελείται από πέντε με έξι άτομα. Είναι ειρωνικό και θλιβερό, αλλά το τόσο λοιδορημένο σύστημα των προκριματικών του Δημοκρατικού Κόμματος –με δύο ή τρία εκατομμύρια ανθρώπους να ψηφίζουν– είναι πολύ πιο δημοκρατικό.

Ερ: Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και το Δημοκρατικό Κόμμα είναι τώρα μαζί στην κυβέρνηση και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μιας επερχόμενης εκλογικής ήττας από την άκρα Δεξιά. Αυτή τη στιγμή προσπαθούν απεγνωσμένα να εκμεταλλευτούν την επίδραση που έχουν οι «σαρδέλες» στον δημόσιο λόγο, να απορροφήσουν τη δυναμική τους, να την εργαλειοποιήσουν και τελικά να την ουδετεροποιήσουν. Είναι πιθανόν αυτή η προσπάθεια να καταδικάσει το κίνημα σε μια πρόωρη αποδυνάμωση;

Πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε μια λίστα με τους κυριότερους λόγους για τους οποίους οι «σαρδέλες» είναι πολύ ευάλωτες. Αυτοί θα μπορούσαν να ενταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: η πρώτη αφορά το εσωτερικό του κινήματος και η άλλη εξωτερικούς παράγοντες. Στην πρώτη κατηγορία, έρχονται όλα τα αρνητικά πάθη: ζήλια, ναρκισσισμός, επιθυμία ελέγχου, προσωποκεντρισμοί κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένης της εξυπηρέτησης οικογενειακών συμφερόντων. Στη δεύτερη κατηγορία, θα μπορούσαμε να υποδείξουμε όλους τους θεσμούς, τους μηχανισμούς και τη γλώσσα τους, την πολιτική διακυβέρνηση και τους ανθρώπους που συνδέονται με τα κόμματα, τις υποδείξεις, κ.ο.κ. Όταν τελειώσει το κίνημα, θα είναι πολύ εύκολο για κάποιους ανθρώπους να πουν «στα έλεγα».

Αναρωτιέμαι, όμως, πώς οι άνθρωποι θα χαρακτηρίσουν τον εαυτό τους όταν αυτό το κίνημα τελειώσει. Ο βαθμός και το είδος της αποτυχίας θα επηρεάσουν τον διττό χαρακτήρα των ανθρώπων. Σε ένα μέρος της καρδιάς και της ψυχής τους, οι άνθρωποι μπορεί να πιστεύουν ότι μια διαφορετική Ιταλία είναι εφικτή. Την ίδια στιγμή, ένα άλλο κομμάτι τους είναι εντελώς κυνικό απέναντι σε αυτό το ζήτημα. Αυτές οι δύο στάσεις μπορεί να συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο άτομο, με τη μια πλευρά να βαραίνει πιο πολύ από την άλλη πάνω τους, καθώς συμμετέχουν σε ένα κίνημα. Η αποτυχία μπορεί κάλλιστα να αυξήσει τον βαθμό κυνισμού και παραίτησης, όχι όμως πριν δημιουργηθούν και αξέχαστες στιγμές και μορφές ενεργητικότητας. Τελικά, το ερώτημα παραμένει: ποιοι είναι οι μηχανισμοί και οι προτάσεις που μπορούν να ενώσουν τους ανθρώπους.

Ερ: Μια από τις θετικές πλευρές της αποστασιοποίησης του «κινήματος της σαρδέλας» από τους συμβατικούς πολιτικούς διαχωρισμούς είναι η ικανότητά του να προσελκύει ένα ευρύ και πολυσυλλεκτικό σώμα συμμετεχουσών/όντων. Πώς μπορεί να διατηρηθεί αυτού του είδους ο πλουραλισμός; Τι είδους πολιτική προϋποθέτει;

Aπ: Ένα πιθανό μέλλον θα ήταν ενδεχομένως μια ριζοσπαστική προσέγγιση του ρεφορμισμού. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ένα από τα κεντρικά σημεία προβληματισμού σήμερα: τι θα μπορούσε να σημαίνει ένας ρεφορμισμός που δεν εξαντλείται στην αποδοχή κρατικών προνοιών από τα πάνω, ολοένα και λιγότερων καθώς η λιτότητα μετατρέπεται σε ένα μόνιμο μέλλον; Οι οικογένειες χρειάζονται απεγνωσμένα αυτές τις υπηρεσίες, αλλά αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει η δυνατότητα επινόησης μιας άλλης μορφής ρεφορμισμού, πιο πολιτικού και συμμετοχικού, στον οποίο μία μεταρρύθμιση λειτουργεί ως χιονοστιβάδα για την επόμενη. Άνθρωποι όλων των κατηγοριών θα μπορούσαν ενδεχομένως να κατανοήσουν ότι ο χώρος της πολιτικής δεν είναι αποκομμένος, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένος με την καθημερινή ζωή.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Krytyka Polityczna & European Alternatives, στις 4 Ιανουαρίου 2020.

Ο Paul Ginsborg είναι Βρετανός ιστορικός. Από το 1992 είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Φλορεντίας. Είναι Πρόεδρος της οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών Libertà e Giustizia, η οποία κατά την τελευταία εικοσαετία έχει οργανώσει πολλές δράσεις για την υπεράσπιση του μεταπολεμικού Συντάγματος και την ανεξαρτησία της ιταλικής δικαιοσύνης.

Ο Jamie Mackay είναι συγγραφέας και μεταφραστής, με βάση την Ιταλία. Αρθρογραφεί στα: openDemocracy, The New Statesman, VICE, Il Manifesto και είναι Υπεύθυνος Τύπου στο European Alternatives.

More Articles
Close

Η Ουγγαρία ολισθαίνει βαθύτερα προς τον αυταρχισμό

Με πλειοψηφία δύο τρίτων, η Βουλή της Ουγγαρίας, ενέκρινε, τη Δευτέρα 30 Μαρτίου, ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο, το οποίο δίνει στον Πρωθυπουργό της χώρας, Βίκτορ...