Το καθεστώς ιδιοκτησίας, η Μέκκα και η πολιτική της ανάπλασης

12166813_10156204378735083_1505929627_n



Ο Πόλεμος του Κόλπου, το 1990, σηματοδότησε μια καμπή στην ιστορία της σύγχρονης Μέσης Ανατολής, που μετέβαλε τόσο τους πολιτικούς συσχετισμούς στην περιοχή, όσο και τις αντίστοιχες σχέσεις κράτους-κοινωνίας. Στη Σαουδική Αραβία, οι αντικαθεστωτικές λαϊκές κινητοποιήσεις που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, σε συνδυασμό με τη μεταπολεμική, παγκόσμια οικονομική ύφεση, καθόρισαν τον τρόπο με τον όποιο η κυρίαρχη μοναρχία των Αλ Σαούντ διαχειρίστηκε το μονοπώλιο εξουσίας της και τις οικονομικές πηγές. 


Της Rosie Bsheer


 

Από τη μια πλευρά, οι κυβερνώντες υιοθέτησαν πολύπλευρες στρατηγικές εκφοβισμού και εγκλωβισμού για να καταστείλουν τα κινήματα αντίδρασης. Από την άλλη, βασίστηκαν στην κερδοσκοπία επί του εδάφους και ειδικά στη δημιουργία κτηματομεσιτικών μοντέλων που δημιουργούσαν νέες δυνατότητες πολιτικής νομιμοποίησης και παραγωγής κεφαλαίου, δεδομένων και των περιορισμένων ευκαιριών στην παγκόσμια αγορά επενδύσεων. Ειδικότερα, το μεταπολεμικό καθεστώς ιδιοκτησίας στόχευσε στη Μέκκα και το Ριάντ, ως περιοχές αστικής ανάπλασης μέσα από την οποία θα μπορούσαν να εκφραστούν και να διαδοθούν νέες οπτικές της σύγχρονης Σαουδικής Αραβίας, διαδραματίζοντας έτσι κεντρικό ρόλο στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας.

Στα τέλη του 20ού αιώνα, ωστόσο, ο στοχευμένος αστικός σχεδιασμός πήρε διαφορετικές μορφές για το θρησκευτικό και οικονομικό επίκεντρο της χώρας αντίστοιχα. Στη Μέκκα –τόπο του ετήσιου προσκυνήματος των μουσουλμάνων– τα σχέδια αστικής ανάπλασης επικεντρώθηκαν στην ολοκληρωτική αναμόρφωση του φυσικού, πολιτισμικού, κοινωνικού και οικονομικού τοπίου της πόλης. Τα μεγάλα σχέδια, ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων που προσελκήθηκαν αντικατέστησαν ιστορικά αξιοθέατα, πολιτισμικά μνημεία και ιδιωτικές ιδιοκτησίες στις γειτονιές γύρω από το Μεγάλο Τζαμί της Μέκκας [al-masjid al-haram].

Πετρελαϊκές εταιρίες, που δραστηριοποιούνται μέσω τραπεζών της Σαουδικής Αραβίας, παρέχοντας δάνεια σε εργολάβους και στη μεσιτική αγορά της Μέκκας, μετατρέπουν την Κεντρική Μέκκα σε μια τοποθεσία εγκαταστάσεων πολλαπλών χρήσεων με μεγάλης κλίμακας ξενοδοχεία, μόνιμες και μικρής διάρκειας κατοικίες, εξειδικευμένα εμπορικά καταστήματα και αγορές. Έτσι, το μέλλον αυτής της περιοχής θα είναι τελείως αποκομμένο από το πλούσιο πνευματικό, κοινωνικό και οικονομικό της παρελθόν.

Το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας προέκρινε την εμπορευματική ανάπλαση της Μέκκας ως αναγκαία για την ενίσχυση της υποδομής της περιοχής του προσκυνήματος, ώστε να μπορεί να φιλοξενήσει τον εκρηκτικά αυξανόμενο μουσουλμανικό πληθυσμό, μετατρεπόμενη σε μια εύκολα προσβάσιμη πόλη που δεν θα προσφέρει μόνο την ιστορική και θρησκευτική υλική κληρονομιά της.

Επίσης, στόχος της αναδόμησης (και καταστροφής) είναι η προσαρμογή της θρησκευτικής πρωτεύουσας στις απαιτήσεις τους 21ου αιώνα και η μετατροπή της σε παγκόσμια πρότυπη πόλη που θα αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό. Σύμφωνα με τον κυβερνήτη της Μέκκας Χαλίντ ιμπν Φαϊζάλ αλ Σαούντ, ο εκσυγχρονισμός στοχεύει στο να μετατρέψει τη Μέκκα στην πιο όμορφη πόλη του «Πρώτου Κόσμου». Στην πραγματικότητα, τα κερδοφόρα κατασκευαστικά σχέδια αλλοίωσαν την ίδια τη θρησκευτική εμπειρία στον εκμοντερνισμένο τόπο προσκυνήματος, μαζί με άλλα ισλαμικά τελετουργικά. Αύξησαν, καταρχάς, τις ταξικές ανισότητες και δημιούργησαν «κλειστές κοινότητες», όπου οι πλούσιοι προσκυνητές μπορούν διαχωρίζονται από το πλήθος.

Έτσι, άνθρωποι που μπορούν να πληρώσουν ένα διαμέρισμα των πέντε έως έξι εκατομμυρίων δολαρίων ή να προκαταβάλουν τρεις χιλιάδες δολάρια το βράδυ για ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, δεν είναι υποχρεωμένοι να ακούν, να μυρίζουν, να αγγίζονται και γενικά να βρίσκονται κοντά σε άλλους προσκυνητές. Μπορούν να προσεύχονται ομαδικά [jama‘a] μέσα στην πολυτέλεια του σπιτιού ή των δωματίου τους: μια πρακτική που εγκρίθηκε το 1998, από τον πρώην μεγάλο μουφτή της Σαουδικής Αραβίας Αμπντουλαζίζ ιμπν Αμντουλάχ ιμπν Μπαζ. Αυτός ο διαχωρισμός ακυρώνει τον ίδιο τον σκοπό του προσκυνήματος και την έννοια της πνευματικής κοινότητας που αντιπροσωπεύει, όπως επίσης και την υπέρβαση –έστω προσωρινή– των διαχωρισμών (εθνικών και ταξικών) που παραδοσιακά εκφράζει και που συμβολίζεται από το ταπεινό, λευκό ένδυμα που φορούν οι προσκυνητές.

Πέρα από τις ταξικές ανισότητες και τις διακρίσεις που δημιουργούν ανάμεσα στους προσκυνητές, τα τεράστια αυτά σχέδια ανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους της κεντρικής Μέκκας, με διαφορετικά κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά, να αφήσουν τα σπίτια τους.

Οι παλιοί κάτοικοι έλαβαν πενιχρή αποζημίωση και είναι χωρίς νομική εκπροσώπηση. Ορισμένοι κατέληξαν σε παραγκουπόλεις, λίγα μέτρα μακριά από το Μεγάλο Τζαμί, κρυμμένοι από το βλέμμα των επισκεπτών χάρις στους Πύργους Αμπράζ Αλ Μπαΐτ και σε άλλα συγκροτήματα μεγάλης κλίμακας.

Παρά το γεγονός ότι το πρώτο κύμα καταστροφής της κεντρικής Μέκκας σε τέτοια κλίμακα ξεκίνησε ήδη από τα τέλη του 1990, τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν με το φαινόμενο μόνο τα τελευταία χρόνια, και ειδικά από το 2011 και μετά. Η απουσία επιστημονικών ερευνών που να αποτιμούν ή να προσφέρουν θεωρητικά ερείσματα για τους αστικούς μετασχηματισμούς στη Μέκκα οδήγησε τα μέσα να υποθέσουν ότι πίσω από την επιθυμία του κράτους για αστική καταστροφή βρισκόταν η εικονοκλασία των Ουαχαμπί, βασισμένη σε κατά γράμμα ερμηνείες του Κορανίου και σε προφητικές παραδόσεις.

Αν και οι επίσημες πεποιθήσεις των Ουαχαμπί απορρίπτουν τις πρακτικές μνήμης, το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, από το 1928 και μετά, τις παρουσίασε ως διαμεσολαβημένες μορφές λατρείας και σύνδεσης με τον Θεό εξισώνοντάς τις με τον πολυθεϊσμό, καταφέρνοντας έτσι να διαχειριστεί τις εικονοκλαστικές επιθυμίες των θρησκευτικών ζηλωτών και να τις χρησιμοποιήσει για πολιτικούς σκοπούς, όποτε το χρειαζόταν. Τα σιιτικά μαυσωλεία στη Νατζάφ και την Καρμπάλα και τόποι λατρείας των Σούφι στη Χετζάτζη αποτέλεσαν στόχους, στους οποίους επιτέθηκαν οι Ουαχαμπί στις αρχές του 19ου αιώνα, επειδή θεωρήθηκαν ειδωλολατρικοί χώροι. Ωστόσο, αυτό που προκύπτει ιστορικά είναι ότι τέτοιου είδους πράξεις καταστροφής κινητοποιούνταν εξίσου από οικονομικές και εδαφικές βλέψεις.

Στο ίδιο πνεύμα, το θρησκευτικό κατεστημένο οικειοποιήθηκε τόπους μεγάλης θρησκευτικής σημασίας ως μέρη υλικής και διανοητικής μάχης ενάντια σε όσους θεωρούνταν «μη ορδόδοξοι σουνίτες μουσουλμάνοι»: ένας εύπλαστος όρος που χρησιμοποιήθηκε για όσους αντιτίθεντο στο πολιτικό σχέδιο των Αλ Σαούντ.

Η απόδοση ενός τόσο κοινού, παγκόσμιου αστικού φαινομένου, που αποτελεί κομμάτι και συνδετικό κρίκο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της αναδιοργάνωσης της σύγχρονης εξουσίας, στον θρησκευτικό ζήλο είναι σαν βλέπεις το δέντρο και να χάνεις το δάσος. Τέτοιου είδους εύκολες εξηγήσεις, που προσεγγίζουν τη Μέση Ανατολή αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της θρησκείας, αναπαράγουν μια εικόνα της Σαουδικής Αραβίας αναχρονιστική και στατική στο πέρασμα του χρόνου, αντί να αναδεικνύουν την πολιτική και οικονομική λογική που υπάρχει πίσω από τα σχέδια ανάπλασης της Μέκκας. Πράγματι, προκειμένου να δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες για αναπαραγωγή και συσσώρευση του κεφαλαίου εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ακολούθησε τον Πόλεμο του Κόλπου, το καθεστώς μετέτρεψε το φυσικό τοπίο της Σαουδικής Αραβίας σε ένα σύνολο περιοχών προς γενικευμένη ενοικίαση, αναπτύσσοντας τους μεσιτικούς και τουριστικούς τομείς της οικονομίας.

Έτσι, η κερδοσκοπία επί της εγχώριας ιδιοκτησίας, όντας γενικά απομακρυσμένη από τη φθίνουσα παγκόσμια κτηματομεσιτική αγορά, έγινε αναπόσπαστο κομμάτι ενός πετρέλαιο-καπιταλισμού, μιας «χωρικής διευθέτησης» (David Harvey, 2001) για ένα πετρέλαιο-καθεστώς που αντιμετώπιζε τη χειρότερη κρίση νομιμοποίησης μέσα σε κυμαινόμενες ροές πετρελαϊκών εσόδων και σε περιορισμένες δυνατότητες επένδυσης. Κι ενώ τα αναπτυξιακά σχέδια στη Μέκκα μετέτρεψαν τα τεράστια αποθέματα πλεονασματικού πετρέλαιο-κεφαλαίου σε μια σταθερή πηγή εσόδων ενοικίασης και ενίσχυσαν τη σημασία της κτηματομεσιτικής ανάπτυξης για την οικονομία, συνέδεσαν, επίσης, σε μια σχέση εξάρτησης τις οικονομικές ελίτ με την οικονομική και πολιτική μακροβιότητα του καθεστώτος, συγχωνεύοντας την εξουσία της κυρίαρχης οικογένειας με αυτή των οικονομικών της συμμάχων. Τα κερδοφόρα κατασκευαστικά σχέδια ενδυνάμωσαν, έτσι, ακόμα περισσότερο τις οικονομικές ελίτ και τις καπιταλιστικές τάξεις μέσα στην αγκάλη του νεοπαγούς καθεστώτος ιδιοκτησίας, ενισχύοντας την ανθεκτικότητά του μπροστά στην αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Η καταστροφή μιας πλευράς της ιστορικής μνήμης στη Μέκκα, την οποία άλλωστε υποστηρίζει και η εικονοκλασία των Ουαχαμπί, υπήρξε καθοριστική για την ενδυνάμωση της πολιτικής εξουσίας των Σαούντ. Συμπληρώθηκε, επίσης, από την κατασκευή και τη επίκληση μιας επίσημης, κοσμικής ιστορίας για το Ριάντ, βασισμένη στο παρελθόν των Αλ Σαούντ: μια διαδικασία που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη τόσο από τις δημοσιογραφικές, όσο και από τις επιστημονικές αναλύσεις. Η τόνωση του καθεστώτος ιδιοκτησίας μέσα από αστικά και πολιτισμικά σχέδια στην πρωτεύουσα, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, η ανάπλαση του ιστορικού Ριάντ και η δημιουργία μιας βιομηχανίας εκμετάλλευσης της πολιτισμικής κληρονομίας σε αυτό το πλαίσιο, εκπορεύονταν από την ανησυχία των κυβερνώντων ότι το αρχιτεκτονικό περιβάλλον είχε αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις και ενσάρκωνε μια απώλεια της κατεξοχήν παραδοσιακής σαουδαραβικής ταυτότητας και κουλτούρας. Θεώρησαν ότι αυτή η υποτιθέμενη απώλεια της ταυτότητας δημιούργησε λαϊκή αντίδραση κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου.

Έτσι, πολυάριθμα σχέδια μεγάλης κλίμακας, όπως το Πρόγραμμα Ανάπλασης της Ντιρίγια, το Ιστορικό Κέντρο του βασιλιά Αμπντουλαζίζ, η ανάπλαση του ιστορικού Ριάντ, τα διάφορα αρχιτεκτονικά μνημεία που αναδύθηκαν στην πόλη, αρχαιολογικά αξιοθέατα και πλάνα πολιτισμικής ανάπλασης στοχεύουν στην ενδυνάμωση μιας σαουδαραβικής ταυτότητας εναρμονισμένης με τη μοναρχία των Αλ Σαούντ. Κατά ειρωνικό τρόπο, ο μηχανισμός των Ουαχαμπί υπήρξε κεντρικός συνεργάτης στην υλική και εδαφική συγκρότηση της επίσημης ιστορίας της Σαουδικής Αραβίας.

Στην ευρύτερη δουλειά μου, εξετάζω διεξοδικότερα αυτήν την ασυμφωνία μέσα από μια γενεαλογική ανάγνωση της υλικής και χωρικής πολιτικής που διαμορφώνει αυτήν την σαουδαραβική πετρέλαιο-νεωτερικότητα, την κοινωνική μηχανική και την οικονομική επέκταση. Δείχνω ότι η Μέκκα και το Ριάντ αντιπροσωπεύουν περιοχές, όπου λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά σχέδια. Αντιπροσωπεύουν ένα σημείο τομής πολυδιάστατων δυνάμεων της οικονομίας, της κοινωνίας, του πολιτισμού και της ιδεολογίας. Οι δύο αυτές πόλεις είναι περιοχές όπου διαφορετικές κοινωνικές δυναμικές, χρονικότητες και πυκνώσεις συνυπάρχουν στον ίδιο κοινωνικό χώρο και για διαφορετικούς ιδεολογικούς στόχους. Η ανάπλαση και των δύο πόλεων και οι αντιφάσεις που εμπεριέχουν αντιπροσωπεύουν κεντρικές πρακτικές πολιτικής διαχείρισης και διακυβέρνησης. Η ακύρωση μιας εναλλακτικής μορφής οργάνωσης του κράτους μέσα από αναμνηστικές πρακτικές στο Ριάντ και την καταστροφή στη Μέκκα είναι στην ουσία η συνέχιση του ιμπεριαλιστικού προγράμματος των Αλ Σαούντ και της βαθιά ριζωμένης βίας που υπάρχει στο επίπεδο της καθημερινής ζωής, της πνευματικής ζωής και της χρονικότητας.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Jadaliyya, 8 Σεπτεμβρίου 2015.

Για τη συγγραφέα
Η Rosie Bsheer είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Yale. Είναι ιστορικός της σύγχρονης Μέσης Ανατολής. Η διδασκαλία και τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στα αραβικά κοινωνικά κινήματα και κινήματα διανόησης, τον πετρέλαιο-καπιταλισμό και την κρατική δομή, καθώς και την παραγωγή ιστορικής γνώσης και τους τόπους μνήμης.

More Articles
Close
digital

Η ψηφιακή εξουσία στο επίκεντρο της Διάσκεψης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, στο Μπουένος Άιρες

Αυτή την εβδομάδα, από τις 10 έως τις 13 Δεκεμβρίου, οι υπουργοί Εμπορίου 164 χωρών συναντιούνται στο Μπουένος Άιρες για την 11η Υπουργική Διάσκεψη του...