Tο ξήλωμα της δημοκρατίας στο Ισραήλ

nif



Έχει ξεκινήσει μια μοχθηρή εκστρατεία κατά του προέδρου του Ισραήλ, με κατηγορίες ότι συνεργάζεται με τους εχθρούς της χώρας του. Ένα άσχημο βίντεο που παριστάνει τους ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως τυφλοπόντικες που προωθούν το τελευταίο κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων διαδίδεται ταχύτατα στο διαδίκτυο. Εισήχθη νέα νομοθεσία για να δυσφημήσει τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και να περιορίσει τη δράση τους. Εκλεγμένοι άραβες αξιωματούχοι κατηγορούνται, ακόμη μια φορά, για έλλειψη νομιμοφροσύνης. Και  αξιωματούχοι της κυβέρνησης σε θέσεις κλειδιά – με πρώτο τον ίδιο τον πρωθυπουργό – απλώς παρακολουθούν τα γεγονότα αυτά, με μια σιωπή που δεν τους χαρακτηρίζει γενικά και επιτρέπει περισσότερες επιθέσεις στην ουσιαστική ανθρώπινη ποικιλομορφία και τον πλουραλιστικό χαρακτήρα του Ισραήλ.


 Της Naomi Chazan


 

Δεν υπάρχει τίποτα καινούριο στο κύμα υπερεθνικισμού της περασμένης εβδομάδας. Αποτελεί μέρος μιας συστηματικής διαδικασίας δημοκρατικής οπισθοδρόμησης που ζυμώνεται εδώ και αρκετό καιρό, με στόχο κάθε απόκλιση από την αναδυόμενη κυρίαρχη, εθνοκεντρική, μονολιθική κοσμοθεωρία αποκλεισμού η οποία εδράζεται στην αναδιάταξη προτεραιοτήτων και τον επαναπροσδιορισμό της ισραηλινής ταυτότητας. Ακολουθεί ένα πρότυπο που θυμίζει τρομακτικά προηγούμενα και παραπέμπει σε ανάλογες προσπάθειες που συμβαίνουν σε άλλες χώρες. Η προσπάθεια αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με μια ενωμένη, ευρεία, ξεκάθαρη και συνεπή επαναβεβαίωση ότι οι αρχές της ανεκτικότητας, της δικαιοσύνης και της ισότητας είναι θεμελιώδεις για την ανθεκτικότητα του Ισραήλ.

Ο ακλόνητος στόχος του νέου εθνικισμού στο Ισραήλ είναι να επαναπροσδιορίσει τη φύση του κράτους, περιορίζοντάς την σε μια τελεολογική έκφραση του ιστορικού δεσμού μεταξύ των Εβραίων και της γης του Ισραήλ. Ταυτίζοντας όμως το κράτος με τον (εβραϊκό) «λαό», δεν υπάρχει χώρος για τους πολίτες και τα δικαιώματά τους. Όποιος δε μπαίνει σε αυτό το καλούπι ή αμφισβητεί τις προϋποθέσεις στις οποίες εδράζεται θεωρείται αυτόματα ύποπτος και δυνητικά βλαβερός για το κράτος και τα συμφέροντά του. Διαφωνίες για την υπόσταση του κράτους απορρίπτονται ως προδοτικές πράξεις. Η απομόνωση εξυμνείται ως η έσχατη άμυνα απέναντι στην εξωτερική κριτική. Η έλλειψη ανεκτικότητας και η μισαλλοδοξία είναι ανεκτές στο όνομα της ασφάλειας. Ο κόσμος – τόσο έξω από το Ισραήλ όσο και στο εσωτερικό των συνόρων του – χωρίζεται ξεκάθαρα σε «εμάς» και «αυτούς»: υποστηρικτές και δυσφημιστές, φίλους και εχθρούς, αυτούς που είναι μαζί μας και αυτούς που είναι εναντίον μας.

Οι φορείς αυτού του νέου εθνικισμού (απαλλαγμένου από ουσιώδη δημοκρατικά χαρακτηριστικά) προέρχονται από την άκρα δεξιά της Ισραηλινής κοινωνίας – η οποία έχει βαθιά ερείσματα σε αυτούς τους εθνικιστικούς-θρησκευτικούς κύκλους που αποτέλεσαν τη σπονδυλική στήλη της εποικιστικής δραστηριότητας. Στη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας, ωστόσο, η βάση τους διευρύνθηκε από την αρχική βάση της για να συμπεριλάβει νέους, μη θρησκευόμενους, μορφωμένους, κατοίκους των αστικών κέντρων που έφεραν σε επαφή ομάδες όπως το Ιμ Τιρζού και το Ισραήλ Μου (Israel Sheli). Υποστηρίζονται από συμπαθούντες δημοσιογράφους και συχνά επευφημούνται από καθιερωμένες δεξαμενές σκέψης (π.χ. το Ινστιτούτου Σιωνιστικής Στρατηγικής – Institute for Zionist Strategy). Απολαμβάνουν της υποστήριξης αυτόκλητων επιτηρητών προοδευτικών δραστηριοτήτων (το NGO Monitor ή το Israel Academic Monitor). Η παγίωση του Κόμματος του Οίκου του Ισραήλ (Habayit Hayehudi) υπό την ηγεσία του Ναφταλί Μπένετ και της Αγιελέτ Σακέντ τους παρείχε μια κομματική βάση, την οποία αναπαράγει επίσης το Ισραήλ Μπεϊτένου του Άβιγκντορ Λίμπερμαν. Οι υποστηρικτές αυτού του νέου εθνικισμού αποτελούν την πλειοψηφία των βουλευτών του Λικούντ και έχουν μεγάλη εκπροσώπηση στους διαδρόμους της εξουσίας.

Οι στόχοι αυτών των υπερ-εθνικιστών έχουν επεκταθεί τα τελευταία χρόνια. Δεν τους απασχολεί τόσο η νομιμότητα των ομάδων που δυσφημούν (καθώς αποτελούν νομικά πρόσωπα τα οποία υπόκεινται σε συνεχή παρακολούθηση) όσο η νομιμοποίηση τους στη δημόσια σφαίρα (την οποία προσπαθούν να υπονομεύσουν), και είναι διαρκώς σε επιφυλακή για να επιτεθούν σε όσους δεν συμμορφώνονται με τα κριτήρια ένταξης στην κοινότητα – κυρίως τους αραβικής καταγωγής πολίτες του Ισραήλ. Διώκουν όσους τολμούν να αμφισβητήσουν τις εντολές τους, κυρίως τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών οι οποίες έδωσαν φωνή σε μεγάλο φάσμα ατόμων που επικρίνουν τις πολιτικές της κυβέρνησης και διαφωνούν με τις επίσημες πρακτικές (αυτές συμπεριλαμβάνουν ειρηνιστικές οργανώσεις, ενώσεις για την προώθηση των ανθρωπίνων και αστικών δικαιωμάτων και ακόμη πρωτοβουλίες για την κοινωνική δικαιοσύνη). Διανοούμενοι, ακαδημαϊκοί, καλλιτέχνες και συγγραφείς αποτέλεσαν τον στόχο πολυάριθμων εκστρατειών. Και δημόσια ιδρύματα τα οποία υποστηρίζουν τις αστικές ελευθερίες και τα μειονοτικά δικαιώματα – ειδικά το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ και τώρα ο πρόεδρος της χώρας – δεν γλύτωσαν από αυτές τις επιθέσεις.

Για όσους μελετούν τις υπερεθνικιστικές κινήσεις δεν υπάρχει κάτι τυχαίο ή ιδιαίτερα καινοτόμο στις μεθόδους που ακολουθούν οι σύγχρονοι πατριώτες ζηλωτές του Ισραήλ. Κάθε εκστρατεία – είτε έχει στο στόχαστρο το  Ταμείο για το Νέο Ισραήλ (New Israel Fund) το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπεν Γκουριόν, την οργάνωση Σπάμε τη Σιωπή (Breaking the Silence), την οργάνωση B’Tselem, τη Δημόσια Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων ή τον Ρόυβεν Ρίβλιν σήμερα – συναρμόζεται από τρία στοιχεία που συμπλεκονται. Το πρώτο συνίσταται στη συλλογή – συχνά με ύποπτα μέσα – υποτίθεται καταδικαστικού (και συχνά διαστρεβλωμένου ή κατασκευασμένου) υλικού που χρησιμοποιείται εναντίον των πιθανών στόχων. Το δεύτερο είναι προσεκτικά οργανωμένες και εξαιρετικά καλά χρηματοδοτημένες δημόσιες εκστρατείες με στόχο να απονομιμοποιήσουν αυτές τις οργανώσεις και τους υποστηρικτές τους και να επιβάλουν ένα ομοιόμορφο λόγο στη δημόσια σφαίρα (ο ιθύνων νους πίσω από τις πιο βιτριολικές επιθέσεις, ο Μοσέ Κλούγκχαφτ είναι στενός σύμβουλος του Υπουργού Παιδείας Μπένετ). Και το τρίτο είναι η περιβολή του νεοεθνικιστικού μηνύματος με ένα μανδύα επίσημης αξιοπρέπειας μέσω πολιτικών κινήσεων που υποστηρίζονται από νομοθετικές πρωτοβουλίες (δεκάδες πρωτοβουλίες που είχαν ως στόχο να δυσφημίσουν, να καταγγείλουν δράσεις που ευνοούν τον πλουραλισμό και/ή να διακόψουν τη χρηματοδότηση τους  κατατέθηκαν μόνο τον τελευταίο χρόνο).

Οι ρίζες αυτού του φαινομένου, που εκδηλώνεται τώρα ως μια συστηματική επίθεση ενάντια σε οποιονδήποτε ή ο,τιδήποτε διαφορετικό είναι βαθιά ριζωμένη στις διιστάμενες προσεγγίσεις για τη συνεχιζόμενη σύρραξη με τους Παλαιστινίους, η οποία εντάθηκε πρόσφατα από την εντεινόμενη διεθνή απομόνωση της χώρας, που ενίσχυσε την αίσθηση τρωτότητας πολλών Ισραηλινών και ενέτεινε τη νοοτροπία πολιορκίας.  Διευκολύνθηκε από την εμφανή αναποτελεσματικότητα των κομμάτων της αντιπολίτευσης και από την διάδοση των προοδευτικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στη θέση τους. Πάνω απ’όλα, ωστόσο, η συνεχιζόμενη επίθεση στον πλουραλισμό της δημόσιας σφαίρας αντικατοπτρίζει την ανασφάλεια των κυβερνώντων και εξυπηρετεί ευθέως τα συμφέροντάς τους επιτρέποντας στην παρούσα ηγεσία να αποδυθεί της ευθύνης για την επισφαλή κατάσταση του Ισραήλ, και μεταφέροντας το βάρος σε όσους διαφωνούν με την πορεία που έχει επιλέξει, να εδραιώσει τη θέση της και να διατηρήσει τα ηνία της εξουσίας.

Τίποτα δεν εξασθενεί τις εναλλακτικές φωνές περισσότερο από την εκτροπή συζητήσεων για θέματα ουσίας σε συναισθηματικά φορτισμένες διαμάχες με αντικείμενο την ταυτότητα και κατά συνέπεια τη νομιμοφροσύνη. Στο σημερινό Ισραήλ, αυτοί που εξισώνουν τον πατριωτισμό με μια αταλάντευτη δέσμευση σε μια κοινοτιστική, στενά εβραϊκή, ερμηνεία του τι είναι το Ισραήλ έχουν ένα ασυμμετρικό πλεονέκτημα απέναντι σε όσους επιμένουν σε μια ευρεία πολιτική ερμηνεία με αφετηρία την κουλτούρα αλλά σε διάλογο με πανανθρώπινες αξίες.

Στοιχεία κλειδιά του ήδη εύθραυστου δημοκρατικού ιστού του Ισραήλ είναι σε κίνδυνο: η προστασία των αστικών ελευθεριών (ειδικά της ελευθερίας του λόγου και του συνεταιρίζεσθαι)· η προστασία των μειονοτικών δικαιωμάτων· η δυνατότητα να ξετυλιχθεί μια ευρεία και εποικοδομητική δημόσια συζήτηση· η υποστήριξη της δυνατότητας να λειτουργήσουν ανεξάρτητες ενώσεις· και η ικανότητά της να εξασφαλίσει τον σεβασμό του κράτους δικαίου. Πράγματι, το νόημα της δημοκρατίας έχει περιοριστεί στο τυπολατρικό περίβλημά της το οποίο, αν αφαιρεθεί το φιλελεύθερο περιεχόμενό του, όλο και περισσότερο συγχέει τη δημοκρατία με την αρχή της πλειοψηφίας.

Ένα Ισραήλ στερημένο από τα ισχυρά δημοκρατικά του ερείσματα, εντούτοις, βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο τόσο εσωτερικά όσο και στο διεθνές πλαίσιο. Είναι πιο ευάλωτο σε κατακραυγή από παραδοσιακά δημοκρατικά κράτη· είναι πιο εκτεθειμένο στον κίνδυνο εσωτερικής αποσύνθεσης, και κυρίως, είναι αναμφισβήτητα πιο αβέβαιο για το τι είναι, ποιες είναι οι θεμελιώδεις αξίες του, και προς τα που βαδίζει.

Για πολύ μεγάλο διάστημα, η ενορχηστρωμένη επίθεση σε ό,τι αντιπροσωπεύει μια αντίληψη της ισραηλινής κοινωνίας, η οποία δεν εδράζεται σε αποκλεισμούς αγνοήθηκε και οι συνέπειές της δυστυχώς παραμελήθηκαν. Οι τελευταίες προσπάθειες να αμαυρωθούν δημοκρατικές φωνές από όλο το πολιτικό φάσμα κατέστησαν προφανές ότι σκοτεινοί άνεμοι, συμπτώματα ενός πρωτοφασισμού, σαρώνουν η χώρα. Αυτές δεν μπορούμε πια να τις αγνοήσουμε ή να τις παραβλέψουμε. Για να επιβιώσει το Ισραήλ, πρέπει να καταπολεμήσουμε δυναμικά και αποφασιστικά αυτή την τάση.

 Όσοι νοιάζονται για ένα δημοκρατικό Ισραήλ, ένα κράτος που εδράζεται στις αξίες της ανεκτικότητας και της ελευθερίας για όλους τους πολίτες και επιμένει να επιζητεί την ειρήνη, παρά τα συνεχή πισωγυρίσματα, πρέπει τώρα να ξυπνήσουν από τον λήθαργό τους και επιτέλους να σπάσουν τη σιωπή τους. Μπορούν να αντισταθούν στη σκόπιμη φίμωσή τους διατρανώνοντας το δημοκρατικό τους όραμα σε κάθε κοινωνικό δίκτυο, σε κάθε γωνία και από κάθε μπαλκόνι. Πρέπει να λένε την αλήθεια στην εξουσία επιζητώντας μια δίκαιη κοινωνία η οποία, ακόμη και σε καιρούς κρίσης, προάγει τη συζήτηση και προκαλεί τον διάλογο. Αυτό σημαίνει σήμερα να αγαπάς το Ισραήλ· αυτό είναι το περιεχόμενο του πραγματικού πατριωτισμού· και αυτό θα διασφαλίσει την αξιοπρέπεια, τον ανθρωπισμό και την ασφάλεια στο μέλλον.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Times of Israel, στις 21 Δεκεμβρίου 2015.

Για την συγγραφέα
Η Naomi Chazan, είναι καθηγήτρια και κοσμήτορας της Σχολής Διακυβέρνησης και Κοινωνίας του Ακαδημαϊκού Κολλεγίου του Τελ Αβίβ – Γιάφο και πρώην βουλευτής του κόμματος Μερέτζ και αναπληρωτής πρόεδρος του Ισραηλινού Κοινοβουλίου (Κνεσσέτ).

More Articles
Close
%ce%b9%ce%b5%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b1%ce%bb%ce%ae%ce%bc

Τραμπ και Ιερουσαλήμ, μια πράξη πολιτικής πυρομανίας

Για 70 χρόνια, οι ΗΠΑ είχαν ευθυγραμμίσει –τουλάχιστον τυπικά– τη θέση τους για την Ιερουσαλήμ με αυτή της διεθνούς κοινότητας και του διεθνούς δικαίου. Σύμφωνα...