Τομά Πικετί: Οι μεγάλες πολιτικο-ιδεολογικές διαμάχες για την ανάπτυξη μετά τον κορωνοϊό μόλις ξεκινούν

Σε άρθρο του στη γαλλική εφημερίδα Monde, o γάλλος οικονομολόγος Τομά Πικετί αναφέρεται στις δυνατότητες που διανοίγει η πανδημία του κορωνοϊού για την ανάδυση ενός πιο δίκαιου και βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης. Όπως επισημαίνει, ένα τέτοιο σενάριο αν και πιθανό, δεν είναι διασφαλισμένο. Κατά τον ίδιο, οι μεγάλες πολιτικο-ιδεολογικές διαμάχες που θα κρίνουν το μέλλον των κοινωνιών μετά την κρίση της πανδημίας μόλις ξεκινούν. Σε κάθε περίπτωση, ο Πικετί τονίζει ότι σε αυτό το στάδιο, «η απόλυτη προτεραιότητα είναι πρωτίστως να εκτιμήσουμε το μέγεθος της παρούσας κρίσης και να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να αποφευχθούν τα χειρότερα, δηλαδή μια μαζικής κλίμακας εκατόμβη».


Όπως αναφέρει στο άρθρο του, το μοναδικό ιστορικό προηγούμενο στο οποίο μπορούμε να ανατρέξουμε για την κατανόηση της παρούσας κρίσης είναι αυτό της ισπανικής γρίπης, το 1918-1920.

«Γνωρίζουμε ότι δεν υπήρχε τίποτε το “ισπανικό” σε αυτή τη γρίπη, και ότι προκάλεσε περίπου 50 εκατομμύρια θανάτους σε όλο τον κόσμο (δηλαδή σχεδόν το 2% του παγκόσμιου πληθυσμού της εποχής). Μελετώντας τα απογραφικά δεδομένα, οι ερευνητές έχουν δείξει ότι αυτός ο μέσος όρος θνησιμότητας έκρυβε τεράστιες κοινωνικές ανισότητες:  ανάμεσα στο 0,5% και το 1% για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ενώ στην Ινδονησία και τη Νότια Αφρική έφτασε στο 3%, και πάνω από 5% στην Ινδία», σημειώνει ο ίδιος.

«Αυτό είναι που θα πρέπει να μας απασχολεί: η πανδημία θα μπορούσε να αγγίξει αριθμούς ρεκόρ στις φτωχές χώρες, όπου τα συστήματα υγείας δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο σοκ, ειδικά στον βαθμό που έχουν υπαχθεί σε πολιτικές λιτότητας, οι οποίες επιβλήθηκαν από την κρατούσα ιδεολογία των πρόσφατων δεκαετιών», αναφέρει ο Πικετί.

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι μακροπρόθεσμα «η επιβολή περιορισμού σε εύθραυστα οικοσυστήματα μπορεί να αποδειχθεί εντελώς ακατάλληλη», καθώς «με την απουσία ενός σχήματος βασικού εισοδήματος, οι φτωχότεροι θα αναγκαστούν ταχύτατα να βγουν έξω και να αναζητήσουν δουλειά, γεγονός που θα επανεκκινήσει την πανδημία».

Όπως τονίζει, «για την αποφυγή της εκατόμβης, αυτό που χρειάζεται είναι ένα κοινωνικό κράτος, όχι ένα κράτος-φυλακή. Η σωστή αντίδραση θα ήταν η αναζωογόνηση του κοινωνικού κράτους στον Βορρά, και κυρίως η επιτάχυνση της ανάπτυξής του στον Νότο».

Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζει ότι «ως απάντηση στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι απαιτούμενες κοινωνικές δαπάνες (για την υγεία, το βασικό εισόδημα) μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο μέσα από τον δανεισμό και τη δημιουργία χρήματος».

Αναφερόμενος, για παράδειγμα, στη Δυτική Αφρική, ο Πικετί σημειώνει ότι η παρούσα κρίση δημιουργεί «μια ευκαιρία να σκεφτούν ξανά το κοινό νόμισμα και να το χρησιμοποιήσουν για να στηρίξουν ένα πλάνο ανάπτυξης, που θα επενδύει στη νεολαία και τις υποδομές (και όχι για να υπηρετήσουν την κινητικότητα του κεφαλαίου των πλουσιότερων)».

Κατά τον ίδιο, ένα τέτοιο οικονομικό μοντέλο, προκειμένου να λειτουργήσει, χρειάζεται «να υποστηριχθεί από μια πιο επιτυχή δημοκρατική και κοινοβουλευτική δομή σε σχέση με την αδιαφάνεια που αποτελεί ακόμα τον κανόνα στην Ευρωζώνη (με τους Υπουργούς Οικονομικών να συνεχίζουν να συναντιούνται πίσω από κλειστές πόρτες και με την ίδια αναποτελεσματικότητα που επέδειξαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης)».

«Σε σύντομο χρονικό διάστημα, αυτό το νέο κοινωνικό κράτος θα έπρεπε να απαιτήσει ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα και ένα διεθνές οικονομικό μητρώο που θα του επιτρέπει να συμπεριλάβει τις πλουσιότερες και πιο μεγάλες εταιρίες, στον βαθμό που χρειάζεται», σημειώνει ο ίδιος.

Σύμφωνα με τον Πικετί, «το παρόν καθεστώς της ελεύθερης κυκλοφορίας του κεφαλαίου, εγκαθιδρυμένο από τις δεκαετίες του 1980-1990 με την επιρροή των πλουσιότερων χωρών (και κυρίως της Ευρώπης) ενθαρρύνει τη φοροδιαφυγή των εκατομμυριούχων και των πολυεθνικών σε όλο τον κόσμο», ενώ παράλληλα «αποτρέπει τις εύθραυστες δημοσιονομικές διοικήσεις στις φτωχές χώρες από το να αναπτύξουν ένα δίκαιο και θεμιτό φορολογικό σύστημα, γεγονός το οποίο υπονομεύει σοβαρά την οικοδόμηση του κράτους».

Κατά τον ίδιο, η παρούσα κρίση συνιστά επίσης μια ευκαιρία «να σκεφτούμε μια ελάχιστη πρόνοια δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης και εκπαίδευσης για όλους τους κατοίκους του πλανήτη, χρηματοδοτημένη από το οικονομικό δικαίωμα όλων των χωρών να μοιράζονται τα φορολογικά έσοδα που καταβάλουν οι πιο εύρωστοι οικονομικοί δρώντες του κόσμου: οι μεγάλες εταιρίες και τα νοικοκυριά με υψηλά εισοδήματα και προσωπικό πλούτο (για παράδειγμα αυτοί που συγκεντρώνουν 10% περισσότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, ή αλλιώς το πλουσιότερο 1% του πλανήτη)».

«Άλλωστε, αυτός ο πλούτος βασίζεται σε ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα (και παρεμπιπτόντως σε μερικούς αιώνες αδυσώπητης εκμετάλλευσης των ανθρώπινων και φυσικών πόρων του πλανήτη). Απαιτεί λοιπόν ρύθμιση σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε να διασφαλιστεί η κοινωνική και οικολογική βιωσιμότητα, με την εφαρμογή ειδικότερα μιας κάρτας άνθρακα, η οποία θα καθιστά εφικτή την απαγόρευση των υψηλότερων εκπομπών», επισημαίνει.

Ο Πικετί αναγνωρίζει ότι ένας τέτοιου είδους μετασχηματισμός απαιτεί τον αναστοχασμό επί μιας σειράς ζητημάτων, ενώ εκτιμά ότι δυτικές κυβερνήσεις, όπως αυτές των ΗΠΑ και της Γαλλίας, θα κριθούν για το κατά πόσο είναι έτοιμες «να ακυρώσουν τα φορολογικά δώρα που έκαναν στους πλουσιότερους, στην αρχή της διακυβέρνησής τους».

«Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την κινητοποίηση τόσο της αντιπολίτευσης όσο και των ίδιων των υποστηρικτών τους. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι για ένα πράγμα: οι μεγάλες πολιτικο-ιδεολογικές διαμάχες μόλις τώρα ξεκινούν», καταλήγει ο γάλλος οικονομολόγος.

Μετάφραση-επιμέλεια: συντακτική ομάδα pass-world.gr

Το πλήρες άρθρο δημοσιεύτηκε στη Monde, στις 10 Απριλίου 2020.

Ο Thomas Piketty είναι διευθυντής Σπουδών στην École des Hautes Études en Sciences Sociales, και Καθηγητής στην École d’ Économie του Παρισιού. Στα Ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» (Πόλις, 2014), «Η οικονομία των ανισοτήτων» (Πόλις, 2012) και το συλλογικό (μαζί με τους Stephanie Hannette, Guillaume Sacriste και Antoine Vauchez) «Για μια συνθήκη εκδημοκρατισμού της Ευρώπης» (Πόλις, 2017).