Χωρίς διέξοδο στη Συρία;




Οι βομβαρδισμοί στο Χαλέπι της Συρίας, με τις απώλειες αμάχων και τις τραγικές εικόνες που έκαναν τον γύρο του κόσμου, δεν μαρτυρούν την αποκλιμάκωση της κρίσης, παρά τις πρόσφατες διακηρύξεις για κατάπαυση του πυρός. Η αναζήτηση και η απόδοση ευθυνών για το τραγικό αυτό γεγονός δεν είναι η μοναδική περίπτωση αντιπαράθεσης μεταξύ της Ρωσίας και των δυτικών πόλων εξουσίας. Η συνάντηση κορυφής των υπουργών Εξωτερικών Ρωσίας και ΗΠΑ, καθώς και του Ιράν, του Ιράκ, της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, του Κατάρ, της Ιορδανίας και της Αιγύπτου, στις 15 Οκτωβρίου, πραγματοποιήθηκε σε ένα ευαίσθητο χρονικά σημείο.


Του Βίκτωρα Χρηστίδη


Παρά το γεγονός ότι η εξεύρεση λύσεων στο μέτωπο της Συρίας προτάσσεται ως προτεραιότητα, η συνάντηση κορυφής της Λωζάννης δεν κατέληξε σε συμφωνία, με την κάθε πλευρά να εμμένει στις δικές της κόκκινες γραμμές. Στις 16 Οκτωβρίου, πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση κορυφής στο Λονδίνο του Τζον Κέρι με ομολόγους του, συμπεριλαμβανομένων των υπουργών Εξωτερικών της Γαλλίας και της Γερμανίας, η οποία έληξε με προειδοποιήσεις επιβολής κυρώσεων στη Ρωσία και τη Συρία.

Ποιες είναι, όμως, οι μέχρι τώρα παρατηρήσεις για την εξέλιξη της διαμάχης;

Μια πρώτη σημαντική παράμετρος των πρόσφατων πολιτικών διαβουλεύσεων για την κρίση στη Συρία είναι η απουσία των Βρυξελλών ως ενιαίου πόλου εκπροσώπησης στα μεγάλα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Στα ζητήματα μεγαλύτερης στρατηγικής βαρύτητας, καλούνται να αναλάβουν αποφασιστικό ρόλο οι δύο «ισχυρές» χώρες της Ευρώπης –μετά την αποχώρηση της Βρετανίας– δηλαδή η Γαλλία και η Γερμανία.

Έτσι, παρακολουθούμε για μια ακόμα φορά την επιστροφή του εθνικού κράτους ως αποφασιστικής αρχής που προκρίνεται από τους δυτικούς πόλους εξουσίας, τη στιγμή που από την πολυετή κατάσταση αδιεξόδου επηρεάζονται πολλά κράτη-μέλη και οι Βρυξέλλες διαχειρίζονται πολιτικές προτάσεις σε επίπεδο της Ένωσης και όχι μόνο εθνικών κρατών.

Η επικοινωνία του του γάλλου υπουργού Εξωτερικών Ζ. Μ. Ερό με τον ρώσο ομόλογό του Σ. Λαβρόφ, για ζητήματα που αφορούν την κρίση στη Συρία και την Ουκρανία, αποκαλύπτει  ότι πρόκειται ενδεχομένως για μια στιγμή όπου το Παρίσι επανέρχεται στο προσκήνιο του διπλωματικού διαλόγου σε σημαντικά διεθνή θέματα.

Δεύτερον, η στρατιωτική παρουσία της Ρωσίας στη Συρία και η πολιτική της εμπλοκή δείχνουν ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την αντιπαράθεση με τους δυτικούς πόλους εξουσίας, ειδικά όσον αφορά το μέλλον του Προέδρου Άσαντ και τη σύνθεση μιας μεταβατικής κυβέρνησης, ζητήματα στα οποία βρίσκονται οι μεγαλύτερες διαφορές και ίσως και το «κλειδί» για την αναζήτηση μιας λύσης. Για τους Ρώσους, η παρουσία του Άσαντ σε μια μεταβατική κυβέρνηση είναι καθοριστική, σημείο στο οποίο ενδεχομένως να υπάρξει μελλοντική σύγκλιση.

Τρίτο σημαντικό θέμα αποτελεί το ερώτημα του κατά πόσον η Ουάσιγκτον προτίθεται να υπερβεί τα όρια τής μέχρι τώρα αντιπαράθεσης, επιβάλλοντας μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων με δέσμευση για την υπεράσπισή της. Αυτό θα αποτελέσει, ουσιαστικά, μια κόκκινη γραμμή. Τι θα γινόταν σε περίπτωση που πολεμικά αεροσκάφη των δυνάμεων του Άσαντ ή ακόμα και της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας προχωρήσουν σε παραβίαση της απαγόρευσης;

Με ποιο τρόπο, στρατιωτικό αλλά και πολιτικό, θα μπορούσαν οι ΗΠΑ να δεσμευτούν για την τήρηση ενός τέτοιου υποθετικού σεναρίου; Η απάντηση δεν είναι άλλη από την περαιτέρω κλιμάκωση, με ανυπολόγιστες συνέπειες, καθώς τα όρια ελέγχου της κατάστασης δεν είναι απεριόριστα. Αν και αυτό το σενάριο δεν πρέπει να φαντάζει πιθανό εξαιτίας των συνεπειών, δεν υπάρχουν πολλές ρεαλιστικές επιλογές, με εξαίρεση αυτό της επιβολής ενός τέλους στις εχθροπραξίες.

Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι η επόμενη κυβέρνηση των ΗΠΑ θα κληθεί από την πρώτη μέρα να επανακαθορίσει την στρατηγική που θα ακολουθήσει. Όμως –ανεξάρτητα από τον πολωμένο προεκλογικό διάλογο του Τραμπ και της Κλίντον– όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών, φαντάζει πολύ δύσκολο ένα σενάριο πλήρους αλλαγής πολιτικής, δεδομένων των συγκρουόμενων συμφερόντων στο ζήτημα της Συρίας.

Τέταρτο σημείο είναι η εξαιρετικά ανησυχητική επιστροφή σε έναν πολιτικό διάλογο πόλωσης που θυμίζει παλαιότερες εποχές. Μέσα ενημέρωσης δυτικών κρατών, κυρίως αγγλόφωνα και γερμανόφωνα, αποδίδουν συλλήβδην το αδιέξοδο στην «ενοχή της Μόσχας», ενώ σε ρωσικά ΜΜΕ γίνεται αναφορά στην «έλλειψη θέλησης» της Δύσης να καταπολεμήσει τους τρομοκράτες.

Όπως είχε επισημανθεί σε προηγούμενο κείμενο, λίγα 24ωρα πριν τη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός: «παρόμοιες συμφωνίες μπορεί στο παρελθόν να έχουν δώσει μια βιώσιμη λύση σε βάθος χρόνου. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που αποτελούν απλώς μια παράταση του αδιεξόδου. Επίσης, αυτές οι συμφωνίες μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως πρόφαση για να καταγγείλει η μια πλευρά την άλλη για την παραβίαση των όρων».

Ο Πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν σε κοινή συνέντευξή του  στο πρακτορείο РИА Новости και το ινδικό IANS, επανέλαβε τις κατηγορίες προς τη Δύση –όσον αφορά το Αφγανιστάν αυτή τη φορά– λέγοντας: «η κατάσταση στο Αφγανιστάν δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους και για αυτό πρέπει να υπάρξουν οι απαραίτητες αποφασιστικές ενέργειες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εξτρεμιστών και των εμπόρων ναρκωτικών».

Μέσα σε αυτό το κλίμα αδιεξόδου, ο μεγαλύτερος κίνδυνος παραμένει η συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων, με θύματα τον άμαχο πληθυσμό σε διάφορες πόλεις της Συρίας, αλλά και η διαρκής απομάκρυνση μιας ρεαλιστικής λύσης για την κατάπαυση του πυρός, ενδεχόμενο που ενισχύεται μέσα από την παγίωση των διαφορών και την πόλωση των αντιμαχόμενων πλευρών.

More Articles
Close
cabodian

Καμπότζη: Μαζικές λιποθυμίες σε εργοστάσια λόγω των συνθηκών εργασίας

Οι εργασιακές συνθήκες στα περισσότερα εργοστάσια παραγωγής ρούχων, υποδημάτων και παιχνιδιών γνωστών εταιριών, που βρίσκονται στην Ασία, έχουν γίνει αντικείμενο καταγγελίας από οργανώσεις για τα...