Υγειονομικός νατιβισμός: η παράλογη στρατηγική του Τραμπ απέναντι στον κορωνοϊό

Καθώς ο COVID-19 σαρώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε να μετατρέψει τις μεταναστευτικές του πολιτικές σε άξονα διαχείρισης της δημόσιας υγείας. «Χρειαζόμαστε τώρα το Τείχος περισσότερο από ποτέ!», έγραψε ο Πρόεδρος στο Twitter, την περασμένη εβδομάδα, ως απάντηση σε ένα tweet από τον συντηρητικό ακτιβιστή Τσάρλυ Κιρκ που είπε ότι «Με τον ιό της Κίνας να διαδίδεται σε ολόκληρο τον πλανήτη, οι ΗΠΑ έχουμε μια ευκαιρία να αποκτήσουμε τον έλεγχο των συνόρων μας».


Των Stephanie DeGooyer και Srinivas Murthy

Μετάφραση: Σάκης Στεργενάκης


Ο Τραμπ αναφέρεται επανειλημμένα στον κορωνοϊό ως τον «κινεζικό ιό» ή τον «ξένο ιό», τροφοδοτώντας ταυτόχρονα εμπορικούς πολέμους με την Κίνα και επιδιώκοντας να εκτρέψει την ευθύνη από την αδέξια διαχείριση της κυβέρνησής του στη θανατηφόρα πανδημία.

Η έκκληση του Tραμπ για ένα τείχος στα σύνορα έρχεται να συγκρουστεί με τις συμβουλές των στελεχών της δημόσιας υγείας, οι οποίοι λένε ότι ο ιός είναι πιθανόν τώρα πέραν ανάσχεσης.

Στις δηλώσεις του, εκφράζει το παράλογο του υγειονομικού νατιβισμού: μια προσπάθεια να κρατήσει έξω εκείνο το οποίο είναι ήδη μέσα, να θέσει τα σύνορα γύρω από ένα πρόβλημα που δεν έχει σύνορα και να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, προβάλλοντας, όπως πάντα, την προέλευση του προβλήματος κάπου αλλού.

Στη λιγότερο ανησυχητική του πλευρά, ο υγειονομικός νατιβισμός είναι μια πολιτική παράσταση που αποσκοπεί στην κεφαλαιοποίηση μιας κρίσης δημόσιας υγείας. Είναι ο Ντόναλντ Τραμπ Jr., που συμβουλεύει τους ανθρώπους στο Twitter να αγοράσουν όπλα και να υποστηρίξουν τα δικαιώματα που παρέχει η Δεύτερη Τροποποίηση του Συντάγματος των Η.Π.Α. .

Στη χειρότερη περίπτωση, αυτήν που βλέπουμε σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο υγειονομικός νατιβισμός αποτελεί το επίκεντρο μιας ολόκληρης κυβερνητικής στρατηγικής.

Η κυβέρνηση έχει σιωπηρά θέσει σε εφαρμογή τα μηνύματα του προέδρου. Στις 26 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών Άλεξ Αζάρ εμφανίστηκε ενώπιον μιας υποεπιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων για να καταθέσει υπέρ ενός προϋπολογισμού, που περιλάμβανε τη χρηματοδότηση της απάντησης στον κορωνοϊό.

Όταν η επιτροπή τον ρώτησε πόση από την χρηματοδότηση θα προοριζόταν για τις διεθνείς προσπάθειες για την καταπολέμηση του ιού, o Αζάρ απάντησε ότι «δεν πρόκειται να βοηθήσουμε τους Κινέζους να σταματήσουν αυτό το φαινόμενο στην Κίνα – η Κίνα θα το κάνει ή δεν θα μπορέσει να το κάνει».

Η άρνηση των ΗΠΑ να βοηθήσουν άλλες χώρες να καταπολεμήσουν την πανδημία είναι μια καταστροφή εν εξελίξει.

Οι καθυστερήσεις στην εξέταση, για παράδειγμα, που καθιστούν δύσκολη την παρακολούθηση της επιδημίας του κορωνοϊού στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνέβησαν διότι τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) επέμειναν να παρασκευάσουν το τεστ για τον κορονοϊό από το μηδέν, παρόλο που ένα βιώσιμο διαγνωστικό τεστ είχε ήδη αναπτυχθεί από Γερμανούς ερευνητές και έχει εγκριθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Αυτή η αποτυχία συνεργασίας με ερευνητές ανά την υφήλιο, αναμφίβολα επιδείνωσε το ξέσπασμα της ασθένειας στην Αμερική.

Ο υγειονομικός νατιβισμός δεν είναι κάτι νέο. Η εξάπλωση της νόσου έχει παράσχει εδώ και καιρό τροφή για πολιτικές κατά των μεταναστών και ενισχυμένη ασφάλεια των συνόρων.

Οι πρώτες αμερικανικές αποικίες, για παράδειγμα, επιθεωρούσαν τακτικά τα πλοία για να εξασφαλίσουν την καλή υγεία των επιβατών και στο νησί Έλις, βασικό καθήκον των τελωνειακών υπαλλήλων ήταν να διενεργούν ιατρικούς ελέγχους στους μετανάστες.

Ο αμερικανικός νόμος περί μετανάστευσης του 1882, ο οποίος απέκλειε την είσοδο σε όλα τα «άτομα που πάσχουν από μια απεχθή ή επικίνδυνη μεταδοτική ασθένεια», κατέστησε τους ιρλανδούς, ιταλούς και κινέζους μετανάστες, αποδιοπομπαίους τράγους για δεκαετίες ως μολυντές του έθνους (σε μια εποχή κατά την οποία εθεωρείτο ότι στερούσαν θέσεις εργασίας από τους γηγενείς πολίτες).

Η μεταναστευτική κρίση της περασμένης δεκαετίας χρησίμευσε επίσης ως καύσιμο για τους ισχυρισμούς περί εισαγωγής λοιμών και ασθενειών σε χώρες.

Ο κορωνοϊός φέρει το δικό του μερίδιο νατιβιστικής φοβοκαπηλείας, στο όνομα της ασφάλειας της δημόσιας υγείας. Εκτός από τη ρητορική του Tραμπ σχετικά με τον «κινεζικό ιό», ο αντι-ασιατικός ρατσισμός έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο, με ιστορίες μικρών επιχειρήσεων που αρνούνται την εξυπηρέτηση κινέζων πελατών και πολιτών, που ζητούν τον περιορισμό σε καραντίνα κινέζων υπηκόων.

Ωστόσο, παρά τον προφανή ρατσισμό και ξενοφοβία, ο υγειονομικός νατιβισμός μπορεί συχνά να είναι δύσκολο να διαχωριστεί από τις λογικές διαδικασίες δημόσιας υγείας, όπως η καραντίνα και η κοινωνική αποστασιοποίηση, οι οποίες είναι επίσης απομονωτικές τακτικές. Αυτές οι πολιτικές, όλες ζωτικές συνιστώσες της τρέχουσας αντίδρασης, προσανατολίζονται προς άτομα που έχουν εκτεθεί ή ενδέχεται να εκτεθούν στον ιό.

Η καραντίνα, από την ιταλική λέξη σαράντα (quaranta) –ο αριθμός των ημερών που κάποτε θεωρούνταν απαραίτητος για την επώαση ενός ιού– ήταν σε χρήση από τον δέκατο τέταρτο αιώνα για να απομονώσει κοινότητες μεταξύ τους κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων πανώλης, ευλογιάς και γρίπης.

Η καραντίνα και η κοινωνική αποστασιοποίηση είναι προσεγγίσεις που διαμορφώνονται από την επιστημονική θεώρηση ότι οι λοιμώξεις είναι αδύνατον να μεταδοθούν εάν δεν μπορούν να βρουν έναν νέο ξενιστή.

Οι καραντίνες μικρής κλίμακας είναι πολύ αποτελεσματικές για τον έλεγχο των ασθενειών και των ιών. Αρχικά, για παράδειγμα, ο Καναδάς συνέστησε σε όσους έφταναν από οποιαδήποτε διεθνή τοποθεσία να «απομονωθούν και να παραμείνουν στο σπίτι» για δεκατέσσερις ημέρες και να επικοινωνήσουν με τις αρχές δημόσιας υγείας εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την άφιξή τους.

Tις τελευταίες ημέρες, ο Καναδάς ακολούθησε την καθοδήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών, απαγορεύοντας την είσοδο όλων των αλλοδαπών, εκτός από τους πολίτες των ΗΠΑ. Η κοινωνική αποστασιοποίηση είναι επίσης ένα αποτελεσματικό μέτρο για την καθυστέρηση της εξάπλωσης ενός ιού. Ο περιορισμός των μεγάλων συγκεντρώσεων, το κλείσιμο τα σχολείων και δημόσιων χώρων, μειώνουν την πιθανότητα μετάδοσης του ιού.

Ο υγιειoνομικός νατιβισμός, αντίθετα, στρέφεται στους περιορισμούς στα σύνορα για να αποκλείσει άτομα και αγαθά από μεγάλες περιοχές του πλανήτη χωρίς λογική πεποίθηση. Στις 28 Φεβρουαρίου, μια ομάδα ρεπουμπλικανών βουλευτών έστειλε επιστολή στους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου ζητώντας αυξημένη ασφάλεια των συνόρων λόγω του κορωνοϊού. «Δεδομένης της πορώδους φύσης των συνόρων μας», είπαν οι νομοθέτες, «είναι προβλέψιμο, πράγματι αναμενόμενο, ότι οποιαδήποτε εστία στην Κεντρική Αμερική ή στο Μεξικό θα μπορούσε να προκαλέσει μία συρροή στα σύνορά μας».

Σε μια εποχή που θα πρέπει να κοιτάζουν προς το εσωτερικό, στην κατάσταση του υγειονομικού συστήματος των ΗΠΑ, πολλοί Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες παίζουν με μια πολιτική των τειχών στα σύνορα που θέτει σε κίνδυνο εκατομμύρια ζωές.

Σε αντίθεση με την καραντίνα, οι απαγορεύσεις στα σύνορα καθιστούν τους ανθρώπους πολύ λιγότερο ασφαλείς. Οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί υποτίθεται ότι μειώνουν τον αριθμό των νεοεισερχομένων σε μια κοινότητα, αλλά στην πράξη κάνουν το αντίθετο, ενθαρρύνοντας μια βιασύνη των ανθρώπων να επιστρέψουν αμέσως στις χώρες καταγωγής τους.

Οι κάτοχοι διαβατηρίου των ΗΠΑ και οι κάτοχοι πράσινης κάρτας που επιχειρούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους μετά από επιβολή περιορισμών αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, ιδίως όταν κατά την επιστροφή τους, δεν λαμβάνουν οδηγίες για υποχρεωτική ή συνιστώμενη καραντίνα. Το ίδιο ισχύει και για τους ξένους στις Ηνωμένες Πολιτείες που επιδιώκουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους μετά από την απαγόρευση των ταξιδιών.

Ένα αεροδρόμιο γεμάτο με ανθρώπους που προέρχονται από ζώνες επιδημίας σε όλο τον κόσμο δεν αποτελεί μια συνεκτική στρατηγική για την καταπολέμηση μιας πανδημίας. Είναι ένας εφιάλτης για την δημόσια υγεία.

Εν πάση περιπτώσει, τη στιγμή που ο Tραμπ μπλόκαρε την είσοδο από την Ευρώπη στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 11 Μαρτίου, ο ιός ήδη εξαπλωνόταν σε ολόκληρη τη χώρα για εβδομάδες. Τα πλεονεκτήματά της απαγόρευσης ως μέτρο δημόσιας υγείας ήταν ανύπαρκτα, αλλά η απαγόρευση συνέχισε να ενισχύει την ιδέα ότι ο κορωνοϊός είναι ξένο πρόβλημα.

Οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί εμποδίζουν επίσης τους γιατρούς και την βοήθεια να φτάνουν εκεί που χρειάζονται. Είναι δύσκολο να γίνουν υγειονομικές προμήθειες σε μια περιοχή που έχει αναστείλει τα αεροπορικά ταξίδια. Και οι απαγορεύσεις στα σύνορα δεν κάνουν τίποτα για να εμποδίσουν τη διάδοση ενός ιού σε χώρες με λιγότερο ανθεκτικά συστήματα υγείας, όπως στην υποσαχάρια Αφρική, όπου σημειώθηκε η πλειονότητα των θανάτων από την επιδημία H1N1 του 2009.

Τα σύνορα δεν πρόκειται να μας βοηθήσουν να καταπολεμήσουμε αυτόν τον ιό. Αντ ‘αυτού, χρειαζόμαστε παγκόσμια συνεργασία και συντονισμό σε διάφορα επίπεδα – και το χρειαζόμαστε γρήγορα.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι ερευνητές σε όλο τον κόσμο συντονίζουν τα προγράμματά τους για να μάθουν το συντομότερο δυνατόν για την ασθένεια, ποια φάρμακα μπορεί να είναι χρήσιμα και πώς να δημιουργήσουν ένα ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο. Μια χώρα δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα ανεξάρτητα.

Αντ ‘αυτού, τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) πρέπει να συνεργαστoύν με ερευνητές σε όλο τον κόσμο. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς οι κλινικές δοκιμές για ένα εμβόλιο πραγματοποιούνται σε πολλές χώρες.

Για να βοηθήσει τα CDC να επιτελέσoυν τη δουλειά τους, η κυβέρνηση πρέπει να αποκαταστήσει και να αυξήσει την υποδομή άμυνας για τις μολυσματικές ασθένειες, η οποία ήταν τρομακτικά ανεπαρκής από το 2018, όταν απολύθηκε η ομάδα παγκόσμιας υγειονομικής ασφάλειας στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και τα CDC αναγκάστηκαν να περικόψουν το 80% του προϋπολογισμού του για την καταπολέμηση παγκόσμιων ασθενειών.

Οι χρηματικοί πόροι για τις μολυσματικές ασθένειες πρέπει να έχουν παγκόσμιο πεδίο εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών ανακούφισης για να βοηθήσουν άλλες χώρες – και να λάβουν βοήθεια από άλλους. Ο Κινέζος δισεκατομμυριούχος Τζακ Μα, ιδρυτής της Alibaba, μόλις δώρησε πάνω από 500.000 κιτ εξέτασης κορονοϊού και ένα εκατομμύριο μάσκες προσώπου στις Ηνωμένες Πολιτείες (έχει δεσμευτεί για ακόμα περισσότερα σε χώρες της Αφρικής). «Τώρα είναι σαν να ζούσαμε όλοι στο ίδιο καιόμενο δάσος», δήλωσε ο Μα. Έχει δίκιο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να καταπιούν την υπερηφάνειά τους, να αφήσουν τον εμπορικό ανταγωνισμό και να αποδεχθούν αυτές τις προμήθειες – αν και ιδανικά οι προμήθειες δεν θα έπρεπε να προέρχονται από τη φιλανθρωπία ενός δισεκατομμυριούχου, αλλά αντίθετα να αποτελούν μέρος της παγκόσμιας αμυντικής στρατηγικής της κινεζικής κυβέρνησης.

Είναι επίσης σημαντικό, στα χρόνια μετά την εξασθένιση της κρίσης, να ληφθεί το μάθημα ότι μια παγκόσμια υγειονομική απάντηση απαιτεί συνεχή εγχώρια προετοιμασία ανά πάσα στιγμή.

Πέρα από τη χρηματοδότηση της έρευνας και τις ομάδες προετοιμασίας για περιπτώσεις καταστροφών, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διασφαλίσουν ότι η δημόσια υγεία δεν είναι ένα δικαίωμα μόνο για ασφαλισμένα άτομα.

Όταν οι άνθρωποι καθυστερούν να λάβουν ιατρική βοήθεια για οποιονδήποτε λόγο – επειδή είναι μη καταγεγραμμένοι, ή είναι ανασφάλιστοι ή τουρίστες σε μια ξένη χώρα – ο ιός έχει περισσότερες ευκαιρίες να εξαπλωθεί. Τα άτομα με πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή υγειονομική περίθαλψη είναι όχι μόνο πιο πιθανό να επιβιώσουν από τον ιό, αλλά είναι και λιγότερο πιθανό να τον μεταδώσουν σε άλλους. Αυτή η επιδημία έχει ξεκαθαρίσει την επείγουσα ανάγκη για πραγματικά παγκόσμια προγράμματα, τόσο σε εγχώριο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο υγειονομικός νατιβισμός πρέπει να ιδωθεί για το οξύμωρο της φύσης του. Η υγεία των άλλων αντικατοπτρίζει την υγεία όλων. Δεν υπάρχει το «εμείς» εναντίον «αυτών» σε μια πανδημία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Dissent, στις 17 Μαρτίου 2020.

Διαβάστε επίσης: “ΗΠΑ: Ανθρωπιστικές οργανώσεις προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη για την προστασία των κρατούμενων μεταναστών από τον κορωνοϊό”