Η επιστροφή του μπούμερανγκ




Οι ρίζες της 13ης Νοεμβρίου θα πρέπει να αναζητηθούν, μεταξύ άλλων, και στην εξωτερική πολιτική της Ευρώπης και της Γαλλίας, τα τελευταία σαράντα χρόνια. Η απόσυρση της Ευρώπης από το παλαιστινιακό πρόβλημα, η χαμένη ευκαιρία της στέρεης ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε, η συμμαχία της Γαλλίας με πετρέλαιο-μοναρχίες…είναι λάθη που μεγέθυναν την καταστροφή και εξέθρεψαν το μένος και τη ριζοσπαστικοποίηση στη Μέση Ανατολή.


Του Jean-François Bayart


 

Πέρα από την πολεμική –εκλογικού κυρίως ενδιαφέροντος και αρκετά αναξιοπρεπή– για το κατά πόσο τα μέτρα ασφαλείας που λήφθηκαν από την κυβέρνηση ήταν επαρκή ή ανεπαρκή, η πολιτική τάξη, τα μέσα ενημέρωσης και η ίδια η κοινή γνώμη θα έπρεπε να αναρωτηθούν για τις μακρόχρονες ευθύνες τους στην καταστροφή που ζούμε.

Αυτή η καταστροφή είναι ο δηλητηριώδης καρπός μιας αλληλουχίας λαθών που διαπράξαμε, κυρίως από τη δεκαετία του 1970 και μετά, και τα οποία επικυρώσαμε δημοκρατικά στην κάλπη σε τακτά διαστήματα.

Η παραίτηση της Ευρώπης από το παλαιστινιακό πρόβλημα, στον βαθμό που η διπλωματία της έφθανε μέχρι το σημείο όπου δεν θίγονταν τα ισραηλινά ενδιαφέροντα, εγκαθίδρυσε το αίσθημα ότι υπάρχουν «δύο μέτρα και δύο σταθμά»∙ ένα αίσθημα πρόσφορο για την εργαλειοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση του αντί-δυτικού μένους, με χαρακτηριστικά αντί-χριστιανικά και αντί-σημιτικά. Η στρατηγική συμμαχία της Γαλλίας με συντηρητικές πετρέλαιο-μοναρχίες του Κόλπου, για κερδοσκοπικούς κυρίως λόγους, διακύβευσε την αξιοπιστία του δημοκρατικού της προσανατολισμού – πολλώ δε μάλλον όταν κατέτασσε την παλαιστινιακή Χαμάς στις τρομοκρατικές οργανώσεις, την επομένη της αδιαμφισβήτητης εκλογικής της νίκης. Μέσα από αυτή τη σύμπραξη, η Γαλλία υποστήριξε, από τη δεκαετία του 1980 και μετά, μια σαλαφιστική προπαγάνδα ενισχυμένη από τα πετρέλαιο-δολάριά της, ενώ ταυτόχρονα η διάλυση της δημόσιας πρόνοιας –στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ρητορικής για δομική αναπροσαρμογή– φτώχαινε τους πληθυσμούς, αποδυνάμωνε το κοσμικό κράτος και άνοιγε τη βασιλική οδό στην ισλαμιστική κοινωνική πρόνοια για την υγεία και την εκπαίδευση, στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Επιπλέον, η συμμαχία της με τις αραβικές πετρέλαιο-μοναρχίες οδήγησε τη Γαλλία να υποστηρίξει διπλωματικά και στρατιωτικά τον επιθετικό πόλεμο του Ιράκ εναντίον του Ιράν (1980-1988) και να εξοστρακίσει το Ιράν, τη στιγμή που αυτό αντιπροσώπευε –μαζί με την Τουρκία– τον μόνο πόλο κρατικής σταθερότητας στην περιοχή, κατέχοντας ένα από τα κλειδιά της λύσης μεγάλου μέρους των συγκρούσεων στην περιοχή, όπως διαπιστώνουμε σήμερα στον Λίβανο και τη Συρία.

Η ίδια αυθάδεια χαρακτήρισε την πολιτική της Γαλλίας απέναντι στην Άγκυρα. Αντί να προσδέσει την Τουρκία στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το Παρίσι τη σνόμπαρε, με κίνδυνο να χάσει κάθε επιρροή προς εκείνη, να πριμοδοτήσει μια «εκποίησή» της και να την εγκαταλείψει στους επικίνδυνους δεσμούς της με τα κινήματα των τζιχαντιστών.

Όχι χωρίς κυνισμό, η Γαλλία έπαιξε για δεκαετίες το χαρτί των αυταρχικών καθεστώτων στην Αλγερία, την Τυνησία, την Αίγυπτο, τη Συρία και το Ιράκ, βλέποντας σε αυτά μια εγγύηση σταθερότητας, αποδεχόμενη την ενδο-εθνοτική πόλωση στην οποία πολύ συχνά βασίζονταν αυτά τα καθεστώτα και ελπίζοντας ότι οι λαοί θα υπέμεναν αιωνίως τον δεσποτισμό, που άλλωστε θεωρείται σύμφυτος με τη γη του Ισλάμ, και αφήνοντας σε αυτό το μονοπώλιο της ανταρσίας, με συνέπειες αυταρχισμού που είναι αναπόφευκτα χαοτικές. Ένα καζάνι που βράζει, όταν εκρήγνυται δεν είναι ποτέ ωραία εικόνα.

Αφού ενίσχυσε τις δικτατορίες, η Γαλλία επιδόθηκε με αφέλεια στη δημοκρατική περιπέτεια, χωρίς να βλέπει μέχρι ποιου σημείου οι κοινωνίες καταστράφηκαν από δεκαετίες υποταγής και υποτιμώντας την ψυχρή αποφασιστικότητα των κατόχων της εξουσίας. Στη συνέχεια, για να λύσει με έναν «μαγικό» βομβαρδισμό τα προβλήματα στην έξαρση των οποίων συνέβαλε η ίδια, μέσα στην πορεία των χρόνων, μπήκε σε πόλεμο δημιουργώντας καινούργιες έχθρες και χωρίς να έχει τα μέσα για να προφυλαχθεί από αυτές.

Η αδιέξοδη κατάσταση στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Συρία και τη Λιβύη δεν είναι παρά η συνέπεια αυτής της λανθασμένης στάθμισης ή των κοντόφθαλμων υπολογισμών.

Προαναγγέλλει χωρίς αμφιβολία αυτό που μας επιφυλάσσει η επάνοδος του αυταρχισμού στην Αλγερία (από το 1991) και στην Αίγυπτο (το 2014). Στην τύφλωση και στις απερισκεψίες, προστέθηκε και το όνειδος της μεταχείρισης που επιφυλάξαμε στους πρόσφυγες που προσπαθούσαν να διαφύγουν από τον πόλεμο που εμείς (ή οι σύμμαχοί μας) προκαλέσαμε στη Λιβύη και το Ιράκ και από τα αυταρχικά καθεστώτα που εμείς υποστηρίξαμε.

Στο εσωτερικό επίπεδο, ο απολογισμός είναι εξίσου συντριπτικός. Τη στιγμή που οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές μας πολιτικές δημιουργούσαν μαζική ανεργία και αποβιομηχανοποίηση, περιορίσαμε τον δημόσιο διάλογο σε κούφια ερωτήματα περί ταυτοτήτων, τρέχοντας πίσω από την άκρα δεξιά που μέσα από αυτά κατασκεύαζε τα εκλογικά της θέλγητρα. Ούτε ένας πολιτικός –εκτός ίσως από τον Ντομινίκ Στρος Καν το 2006, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του για τις προκριματικές εκλογές του Σοσιαλιστικού Κόμματος– δεν είπε μια αληθινή κουβέντα για τη μετανάστευση εδώ και πολύ καιρό.

Αντί να αντλήσουμε όφελος από αυτό το αξιοθαύμαστο πλεονέκτημα που αντιπροσωπεύει το γεγονός ότι πολλοί νέοι Γάλλοι έχουν δύο κουλτούρες, απορρίψαμε ένα σημαντικό και πολύ συγκεκριμένο τμήμα αυτών των νέων –τους μουσουλμάνους- στο περιθώριο.

Αμφιβάλλαμε για το αν ανήκουν στο έθνος, κάτι που οδήγησε ορισμένους από αυτούς να καταλήξουν να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους. Πρόεδροι της Δημοκρατίας, υπουργοί, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι διατύπωσαν χωρίς καμία συνέπεια λόγια αγανάκτησης, που έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, τη στιγμή που τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης άνοιγαν διάπλατα τις κεραίες τους, τις οθόνες τους και τις στήλες της σε ρατσιστές ή αδαείς συντάκτες που ανακηρύχθηκαν σε στοχαστές. Η οικονομική ασφυξία του σχολείου, του Πανεπιστημίου, της δημόσιας έρευνας και ο αντι-πνευματικός συντηρητισμός που επέδειξε εναντίον τους μια Δεξιά που ξεχνά ότι η Δημοκρατία που κάνει γαργάρα ήταν, στο τέλος του 19ου αιώνα, η Δημοκρατία των καθηγητών και των δασκάλων, μας στέρησε τα μέσα για να κατανοήσουμε αυτό που πρόκειται να μας συμβεί.

Πολλοί αναλυτές, ωστόσο, είχαν από καιρό πει πως οδεύουμε προς τη λάθος κατεύθυνση. Και έτσι έγινε, μόνο που αυτή η κατεύθυνση πήρε, όπως πάντα στην Ιστορία, μια αναπάντεχη μορφή. Μια εξέταση της συνείδησης είναι απαραίτητη για όλους, καθώς αυτά τα λάθη, που επιστρέφουν πίσω σε εμάς όπως ένα μπούμερανγκ, διαπράχθηκαν με την πρωτοβουλία όλων των πλειοψηφιών που διαδέχθηκαν η μια την άλλη από το 1970.

Εάν ο Σαρκοζί υπήρξε χωρίς αμφιβολία ο χειρότερος πρόεδρος της Δημοκρατίας που γνώρισε η Γαλλία, ο Ζισκάρ Ντ’Εσταίν, ο Σιράκ, ο Μιτεράν και ο Ολάντ μοιράζονται την πατρότητα της πολιτικής που ακολουθήθηκε.

Και όμως έχουμε τους κυβερνήτες που εκλέγουμε και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που αγοράζουμε. Εν ολίγοις, είμαστε υπεύθυνοι αυτών που μας συμβαίνουν.

Μόνο μια ριζική αντιστροφή θα μπορούσε να μας αλλάξει κατεύθυνση: Μια αμφισβήτηση της χρηματικοποίησης του καπιταλισμού που καταστρέφει τον κοινωνικό δεσμό, δημιουργεί μιζέρια για τις μάζες και γεννά desperados. Μια πολιτική ασφάλειας που ευνοεί την ποιοτική και εγγεία ανθρώπινη πληροφόρηση και όχι τη συστηματική αλλά αναποτελεσματική παρακολούθηση του πληθυσμού. Μια αποκατάσταση και διεύρυνση των δημόσιων ελευθεριών που αποτελούν την καλύτερη απάντηση στην επίθεση της κοινωνίας μας. Μια αναθεώρηση των αμφίβολων συμμαχιών μας με χώρες με τις οποίες δεν μοιραζόμαστε τίποτε άλλο από συμβόλαια. Και πάνω από όλα ίσως, μια μάχη ενάντια στην ταυτοτική ανοησία, τόσο εκείνη ενός τμήματος της δικής μας πολιτικής και διανοητικής τάξης όσο και εκείνη των τζιχαντιστών. Γιατί οι Ζεμούρ, οι Ντιεντονέ, οι Λεπέν, οι Κουατσί και οι άλλοι Κουλιμπαλί είναι «συμπληρωματικοί εχθροί», για να δανειστώ τον όρο του εθνολόγου Ζερμάν Τιλιόν.

Τρεις εβδομάδες πριν τις περιφερειακές εκλογές, η εναλλακτική είναι σαφής και είναι πολιτική με όλη τη σημασία του όρου. Είτε θα συνεχίσουμε να αφήνουμε αυτούς τους διανοητικούς φάρους και τους ειδήμονές τους σε θέματα ασφάλειας να μας οδηγούν στον γκρεμό και ο επόμενος πρόεδρος της Δημοκρατίας μας θα είναι ένας Βικτόρ Ορμπάν, μικρή σημασία θα έχει αν θα είναι από τη Δεξιά ή την Αριστερά αρκεί να μας ανακαλεί στην ταυτότητά μας. Είτε θα οργανώσουμε την αυτοάμυνά μας με την κατάκτηση νέων ελευθεριών, όπως το έκανε, σε μιαν εποχή ακόμη πιο τραγική, το Εθνικό Συμβούλιο Αντίστασης κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή θα ήταν η πραγματική απάντηση στους ανόητους δολοφόνους και τους θεατρίνους.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Liberation, στις 15 Νοεμβρίου 2015.

 

Για τον συγγραφέα

Ο Jean-François Bayart είναι καθηγητής στο IHEID στην Γενεύη, διευθυντής της έδρας Συγκριτικών Αφρικανικών Σπουδών. Είναι συγγραφέας του βιβλίου L’Islam républicain. Ankara, Téhéran, Dakar (Albin Michel, 2010).