Θέλουμε Ομοσπονδία: η πολιτική της επανένωσης της Κύπρου




Θα ήταν καλύτερα να ήμουν εδώ για να μιλήσω για κάποιο άλλο θέμα αντί για το Κυπριακό. Όπως λέμε συχνά στη Κύπρο, εμείς παλεύουμε για το δικαίωμα ζωής στη Κύπρο χωρίς κυπριακό πρόβλημα. Αλλά επειδή δεν το έχουμε κερδίσει ακόμα αυτό το δικαίωμα, οφείλουμε ως αριστεροί ακτιβιστές να ασχολούμαστε και να παρεμβαίνουμε στο κυπριακό για την προώθηση της υπόθεσης της ειρήνης.


Του Γρηγόρη Ιωάννου


Το Κυπριακό είναι ένα ζήτημα που πάει σχεδόν ένα αιώνα και έχει πολλές πτυχές και δεδομένα, κάποια από τα οποία είναι υπερβολικά γνωστά και κάποια υπερβολικά άγνωστα, με αποτέλεσμα συχνά να δημιουργούνται στρεβλές εικόνες για το τι είναι το Κυπριακό και το πώς μπορεί να λυθεί. Το ότι το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα εισβολής και κατοχής είναι μόνο μία από τις διαστάσεις του και όχι η κεντρική του. Το Κυπριακό είναι πρόβλημα διαμοιρασμού της εξουσίας μεταξύ των δυο κύριων κοινοτήτων που συγκρούστηκαν στα μέσα του 20ού αιώνα για την κατεύθυνση και το μέλλον της χώρας.

Η άνοδος του ε/κ εθνικισμού προκάλεσε την άνοδο του τ/κ εθνικισμού που απάντησε στο «Ένωσις και μόνον Ένωσις» της ε/κ ηγεσίας –την προσάρτηση δηλαδή της χώρας στο ελληνικό κράτος– με το «Για Ταξίμ για Ολούμ» (διχοτόμηση ή θάνατος), τη διαίρεση δηλαδή του νησιού μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Όταν οι ηγεσίες των κοινοτήτων δοκίμασαν να επιβάλουν με ένοπλα μέσα τους ανταγωνιστικούς τους στόχους προς το τέλος της αποικιακής περιόδου με την ΕΟΚΑ και την ΤΜΤ, τότε ξεκίνησε και η πορεία της καταστροφής. Οι δυο εθνικισμοί στην Κύπρο και η δράση τους αποτέλεσαν ταυτόχρονα το όχημα και για τις ελληνο-τουρκικές επεμβάσεις της περιόδου 1955-1974. Και φυσικά το εργαλείο υλοποίησης και ανοχής της τυφλής εθνοτικής βίας σε διάφορες στιγμές, ιδιαίτερα το 1958, το 1963-67 και αυτό που αποκαλούμε στη Κύπρο το δίδυμο έγκλημα του 1974 με το ελληνικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.

Η ομοσπονδία τώρα προκύπτει ως τρόπος αναίρεσης της de facto διχοτόμησης, όπως διαμορφώθηκε το 1974. Ο δικοινοτισμός ήταν ήδη απόλυτα ενσωματωμένος στο σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 – θα αναφερθεί σε αυτό ο σύντροφος Ορχάν. Αυτό που αλλάζει με τη συμφωνία για την ομοσπονδία ως μοντέλο της λύσης του κυπριακού, το οποίο συμφωνείται το 1977 και επαναβεβαιώνεται το 1979, είναι η προσθήκη της διζωνικότητας. Η σύνδεση δηλαδή της αυτό-διοίκησης της κάθε κοινότητας με συγκεκριμένη εδαφική περιοχή. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της ανασφάλειας που προκάλεσε κυρίως στην μικρότερη τ/κ κοινότητα η εικοσαετία της βίας και οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Η συζήτηση της εδαφικής διάστασης της αυτονομίας με κάποια μορφή (διευρυμένη τοπική αυτοδιοίκηση, καντόνια κ.λπ.) προηγήθηκε του πολέμου του 1974, αλλά ήταν το 1977 που η ε/κ ηγεσία αποδέχτηκε επί της αρχής και τελεσίδικα την έννοια της διζωνικότητας ως εσωτερική πολιτική περιφέρεια.

Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία (ΔΔΟ) είναι ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί η επανένωση της χώρας. Η μόνη άλλη επιλογή είναι κάποια μορφή διχοτόμησης. Κάτι που αρχίζει ήδη να αρθρώνεται, καθώς η παγίωση της διαίρεσης δημιουργεί τάσεις κανονικοποίησης του status quo, όπως αυτό διαμορφώθηκε το 1974.

Ως εκ τούτου εμείς θεωρούμε ότι η ΔΔΟ δεν πρέπει να τίθεται με όρους «οδυνηρού συμβιβασμού», όπως το θέτει η ε/κ ηγεσία, αλλά ως η καλύτερη επιλογή μέσα στις ιστορικά διαμορφωμένες συνθήκες. Επειδή για εμάς η διχοτόμηση δεν αποτελεί και δεν μπορεί να αποτελεί λύση, καθώς δεν υπηρετεί την υπόθεση της ειρήνης. Η de facto κατάσταση της πολεμικής εκεχειρίας δεν είναι αποδεκτή, καθότι βασίζεται σε μια ισορροπία του τρόμου. Θεωρούμε ότι μια συμφωνία θα απελευθερώσει κοινωνικές δυνάμεις, θα επιτρέψει συνθήκες ομαλότητας και σταδιακά μέσα από την διακοινοτική συνύπαρξη και συνεργασία θα οικοδομηθεί η εμπιστοσύνη και η επανένωση του λαού.

Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 αποτελεί την πιο σημαντική εξέλιξη μετά το 1974. Επειδή επέτρεψε αφενός την μαζική κοινωνική επαφή ε/κ και τ/κ, υπονομεύοντας την άγνοια, τα εθνικιστικά στερεότυπα, την μονόπλευρη προπαγάνδα, τις τερατολογίες (π.χ. για τους έποικους) και επειδή επέτρεψε σε πολιτικό επίπεδο την διεύρυνση της συνεργασίας μεταξύ φορέων και ομάδων από τις δυο κοινότητες.

Το κίνημα της επαναπροσέγγισης που ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 (με συναντήσεις στο εξωτερικό και διακεκομμένα στο μοναδικό μικτό χωριό Πύλα μέσα στην ουδέτερη ζώνη και στο Λήδρα Πάλας του ΟΗΕ) μπόρεσε να δυναμώσει περισσότερο μετά το άνοιγμα του 2003 και να υπάρξουν αυξημένες επαφές και μερικές συνεργασίες κόντρα πάντα στο ρεύμα της εμπεδωμένης διαίρεσης.

Το κίνημα της ειρήνης και της συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων δεν είναι πλειοψηφικό, είναι όμως διευρυμένο και πολύμορφο και εκφράζεται με διάφορους τρόπους και δράσεις. Από τη συνεργασία επαγγελματικών φορέων, οργανώσεων και συνδικάτων, τις επαφές μερικών κομμάτων και τις εκδηλώσεις οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, νεολαιών μέχρι και τη πληθώρα διακοινοτικών σχέσεων σε κοινωνικό επίπεδο, ιδιαίτερα στη Λευκωσία.

Από τις πρωτοβουλίες για τα θέματα της ιστορίας, της γλώσσας και της εκπαίδευσης, όπως οι ανταλλαγές επισκέψεων εκπαιδευτικών και μαθητών, μέχρι πιο άμεσα κοινές πολιτικές δράσεις, όπως οι κινητοποιήσεις για την επανένωση, την ειρηνική συμβίωση και την αποστρατιωτικοποίηση. Τα τελευταία χρόνια καθιερώθηκε και η χρήση της νεκρής ζώνης ως το επίκεντρο των δικοινοτικών δράσεων, ενίοτε και εκτός της ομαλότητας μέσα από παραβιάσεις και καταλήψεις σημείων της πράσινης γραμμής στη Λευκωσία ως συμβολική αμφισβήτηση του status quo. Η κοινή πρωτομαγιά, και η 1η Σεπτεμβρίου, το κίνημα του Occupy the Buffer Zone το 2011 και η ετήσια αντι-μιλιταριστική δράση είναι τέτοια παραδείγματα.

Και δυο λόγια για τις συνομιλίες

Βρισκόμαστε σε μια στιγμή όπου υπάρχει η δυνατότητα λύσης. Σε κάποιο βαθμό είμαστε πιο μπροστά από το Σχέδιο Ανάν και λόγω βελτίωσης κάποιων προνοιών που προήλθαν από τα δεδομένα της επόμενης φάσης των διαπραγματεύσεων και επειδή τώρα δεν θα υπάρξει επιδιαιτησία από τον ΟΗΕ και άρα είτε θα υπάρξει συμφωνία είτε ναυάγιο με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Δεν μπορούν να γίνουν προβλέψεις, παρά μόνο ανάλυση των διαφόρων παραγόντων που σπρώχνουν προς την μια και την άλλη κατεύθυνση. Αυτό που θέλουμε να σημειώσουμε είναι το ότι τα θέματα έχουν συζητηθεί εξαντλητικά και έχουν επιτευχθεί σημαντικές συγκλίσεις. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι η πολιτική βούληση για τελικές αποφάσεις από όλες τις πλευρές.

Για το θέμα του στρατού και των εγγυήσεων. Δεν τίθεται θέμα παραμονής ούτε του τουρκικού στρατού ούτε του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης. Αυτό που συζητείται είναι το χρονικό διάστημα παραμονής του μικρού αγήματος της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ και ο τρόπος συμμετοχής της Τουρκίας και της Ελλάδας στο νέο σύστημα ασφάλειας που θα εγκαθιδρυθεί με νέες παραμέτρους, διαφορετικές από αυτές του 1960, όπως τη συμμετοχή του ΟΗΕ και της ΕΕ, ίσως και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Ιδιαίτερη σημασία θεωρούμε ότι έχει η εκ περιτροπής προεδρία με τη διασταυρούμενη ψήφο καθότι αυτό παρέχει κίνητρα στους πολιτικούς της κάθε κοινότητας να μην καταφέρονται ενάντια στην άλλη.

Αυτό γιατί στο ανώτατο ομοσπονδιακό επίπεδο η εκλογή του ε/κ συμπροέδρου θα εξαρτάται κατά 20% από τους ψήφους των τ/κ και αντίστοιχα του τ/κ συμπροέδρου (με μικρότερη θητεία) κατά 20% από τους ψήφους των ε/κ. Επίσης σημαντική θεωρούμε την σύγκλιση για την ισχύ των 4 ελευθεριών (διακίνησης, εγκατάστασης, ιδιοκτησίας και εργασίας/οικονομικής δραστηριότητας) από την πρώτη μέρα της λύσης σε όλη τη Κύπρο, χωρίς μεταβατικές περιόδους και ποσοστώσεις.

Ναι, προφανώς δεν θα φέρουν οι αστοί την ειρήνη. Την ειρήνη εμείς θα την κτίσουμε, μέσα από τους καθημερινούς αγώνες ενάντια στην μισαλλοδοξία και τον εθνικισμό. Αλλά και οι αστοί χρειάζεται να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό που θα επιτρέψει τη δημιουργία του ομόσπονδου κράτους. Ο αγώνας για την επανένωση είναι βαθιά ανεξαρτησιακός αγώνας. Η Κύπρος δεν θα γίνει προτεκτοράτο με την επανένωση. Τώρα στις συνθήκες διχοτόμησης είναι που αποτελεί στην ουσία προτεκτοράτο της Ελλάδας και της Τουρκίας με διαφορετικούς τρόπους. Τώρα είναι που στον ανταγωνισμό τους οι δυο κοινότητες καταφεύγουν στις «μητέρες πατρίδες», στη Βρετανία, στις ΗΠΑ και σε άλλες ξένες δυνάμεις έτσι ώστε να αντλήσουν πλεονέκτημα η μια κοινότητα έναντι της άλλης.

Ο Γρηγόρης Ιωάννου είναι μέλος της Αριστερής Κίνησης Θέλουμε Ομοσπονδία. Το παρόν κείμενο αποτελεί σύνοψη των βασικών σημείων της εισήγησής του στο 20ό Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθηνών, στις 2/7/2017.