Το περίπλοκο ιστορικό υπόβαθρο των απαλλοτριώσεων γης στο Παλαιστινιακό ζήτημα

Μπορεί οι βομβαρδισμοί στη Γάζα να έχουν σταματήσει και οι σειρήνες στο Τελ Αβίβ να έχουν σιγήσει προς το παρόν, ωστόσο η απειλή της έκρηξης βίας στο Ισραήλ δεν είναι ποτέ πολύ απομακρυσμένη. Αυτό καταδεικνύει και η ανησυχία που υπάρχει για μια πορεία ακροδεξιών ισραηλινών εθνικιστών, προγραμματισμένη για τις 15 Ιουνίου 2021. Αυτή η απειλή βίας διατηρείται και τροφοδοτείται από το ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της παλαιστινιακο-ισραηλινής σύγκρουσης: τη γη και την ιδιοκτησία.


Tης Kristen Alff


Ένα βασικό στοιχείο της πιο πρόσφατης βίας –11 ημέρες κατά τις οποίες σκοτώθηκαν 282 Παλαιστίνιοι από ισραηλινές βόμβες ή σφαίρες και 13 Ισραηλινοί από ρουκέτες της Χαμάς που εκτοξεύθηκαν από τη Γάζα– ήταν η ένταση που συνόδευσε τις προσπάθειες των Εβραίων εποίκων να εκδιώξουν τους Παλαιστίνιους από τα σπίτια τους στην αστική γειτονιά Σέικ Τζαρά, στην κατεχόμενη Ανατολική Ιερουσαλήμ.

Η ισραηλινή κυβέρνηση δήλωσε ότι οι εξώσεις αυτές ήταν αποτέλεσμα μιας «κτηματομεσιτικής διαμάχης μεταξύ ιδιωτών» χωρίς να αναφέρει το ιστορικό πλαίσιο.

Όμως, ως ερευνήτρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπό τον έλεγχο της οποίας ήταν η Παλαιστίνη από το 1517 έως το 1919, υποστηρίζω ότι οι διαφορές αυτές δεν είναι ιδιωτικές διαμάχες που αφορούν αποκλειστικά το παρόν.

Αντίθετα, αντικατοπτρίζουν μια ιστορία εδαφικών διαφορών που επί μακρόν καθόριζαν τους όρους της παλαιστινιακής-ισραηλινής σύγκρουσης. Αυτό προκύπτει από την καταστολή των νόμιμων διεκδικήσεων για γεωργική γη στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζεται με την επιλεκτική άρνηση των παλαιστινιακών διεκδικήσεων για αστικούς χώρους σήμερα.

Η ιδιοκτησία στην οθωμανική Παλαιστίνη

Η γαιοκτησία αποτελούσε επί μακρόν κρίσιμο μέρος του σιωνισμού – ενός αποικιακού κινήματος εποίκων που πίεζε για την ίδρυση, και στη συνέχεια για την στήριξη, ενός εβραϊκού κράτους. Στην πράξη, αυτό σήμαινε την απαλλοτρίωση της γης από τον παλαιστινιακό αραβικό πληθυσμό.

Από την ίδρυση του Εβραϊκού Εθνικού Ταμείου το 1901 –ενός οργανισμού που αγόραζε γεωργική γη για να καταστεί μια μελλοντική εβραϊκή πατρίδα– στόχος των Σιωνιστών ήταν να αγοράσουν συνεχόμενα χωριά σε αυτό που ήταν τότε οι πεδιάδες της οθωμανικής Παλαιστίνης. Οι Σιωνιστές στόχευαν σε μια περιοχή σε σχήμα Ν που περιλάμβανε την πιο εύφορη γη της περιοχής.

Αυτός ο οικισμός σε σχήμα Ν έγινε πρότυπο για το σχέδιο διάσπασης της Παλαιστίνης του 1947 από τον ΟΗΕ και ο πυρήνας του μελλοντικού ισραηλινού κράτους μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1948.

Τα εδάφη που οι σιωνιστικές οργανώσεις επιδίωκαν να αγοράσουν ανήκαν κυρίως σε εταιρείες επικεφαλής των οποίων ήταν οικογένειες που ζούσαν στον Λεβάντε: οι Σουρσούκ, οι Μπούστρες, οι Ντεμπάζες, οι Τράντς, οι Χούρις, οι Χατζάρ και οι Τεινίς. Αυτές οι οικογενειακές εταιρείες, των οποίων οι ιδιοκτήτες ζούσαν στο Κάιρο και τη Βηρυτό, έγιναν μεγάλες παγκόσμιες καπιταλιστικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, επενδύοντας στη μεταποίηση και το εμπόριο στην Ινδία, τη Γερμανία και τη Βρετανία.

Το αφήγημα πολλών Σιωνιστών –τόσο στις αρχές του 20ού αιώνα όσο και σήμερα– είναι ότι η γη ήταν άδεια από ανθρώπους, στα χέρια απόντων Λεβαντίνων γαιοκτημόνων. Ωστόσο, η ιδιοκτησία της γης ήταν μια πιο σκοτεινή υπόθεση, με περισσότερους από έναν διεκδικητές.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η γεωργική γη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν στην πραγματικότητα κρατική. Λεβαντίνικες εταιρείες και αγρότες αγόραζαν το δικαίωμα χρήσης της γης από την οθωμανική κυβέρνηση ή από τοπικούς πωλητές. Οι αγρότες αγόραζαν και πωλούσαν αυτά τα δικαιώματα χρήσης σαν να τους ανήκε η ίδια η γη τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα. Το οθωμανικό κράτος αναγνώριζε επίσης Παλαιστίνιους Άραβες αγρότες, εμπόρους και Βεδουίνους ως ιδιοκτήτες ελαιώνων, οπωροφόρων δέντρων, μύλων, σπιτιών, κτιρίων, ενώ αναγνώριζε επίσης και δικαιώματα χρήσης νερού και βοσκοτόπων σε αυτή τη γη.

Αυτές οι πολλαπλές διεκδικήσεις περιέπλεκαν τις προσπάθειες πώλησης γης στους Σιωνιστές. Οι λεβαντίνικες εταιρείες δεν είχαν αρκετή γη αποκλειστικά δική τους για να ικανοποιήσουν τη σιωνιστική ζήτηση και οι τοπικοί Οθωμανοί αξιωματούχοι και τα δικαστήρια μπλόκαραν τις απαιτήσεις των εβραϊκών αγοραστικών γραφείων για ιδιωτική ιδιοκτησία.

Η απαλλοτρίωση κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Απογοητευμένοι από την αδυναμία τους να πουλήσουν και να αγοράσουν ολόκληρα χωριά, οι λεβαντίνικες εταιρείες και οι σιωνιστές εταίροι τους εκμεταλλεύτηκαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο για να στερήσουν από τους Παλαιστίνιους ορισμένα από τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρέθηκε σε μεγάλης διάρκειας ναυτικό αποκλεισμό που οδήγησε σε σοβαρή έλλειψη τροφίμων. Για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση τροφίμων για τους στρατιώτες, οι λεβαντίνικες εταιρείες υπό την εποπτεία των Οθωμανών απέσπασαν σιτάρι από εύφορες περιοχές της Παλαιστίνης για να το δώσουν στον στρατό – με αποτέλεσμα τον υποσιτισμό και την εξαθλίωση των Παλαιστινίων.

Με τους αγρότες να μην μπορούν να πληρώσουν τους φόρους, οι Οθωμανοί ηγέτες –υπό την πίεση των καπιταλιστικών οικογενειών της Βηρυτού– αφαίρεσαν τα δικαιώματα γης των αγροτών και έδωσαν προσωρινά δικαιώματα στις λεβαντίνικες εταιρείες για την καλλιέργεια τροφίμων.

Όταν οι Βρετανοί έλαβαν την εντολή για τη διοίκηση της Παλαιστίνης στο τέλος του πολέμου, οι αξιωματούχοι τους υποστήριξαν τις αξιώσεις των λεβαντίνικων εταιρειών για τη γη, αγνοώντας τους Παλαιστίνιους που προέβαλαν τις δικές τους αξιώσεις ιδιοκτησίας στη γη, τα κτίρια και τα σπίτια.

Οι Παλαιστίνιοι συνέχισαν να παρουσιάζουν έγγραφα που υποστήριζαν την υπόθεσή τους καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μέχρι το 1948, αλλά μέχρι τότε μεγάλο μέρος της γης που διεκδικούσαν είχε γίνει αποκλειστικά σιωνιστικής ιδιοκτησίας.

Τους την είχαν πουλήσει οι λεβαντίνικες εταιρείες, οι οποίες θεώρησαν πολύ ελκυστικές τις προσφορές των Σιωνιστών να αγοράσουν χωριά πολύ πάνω από την αξία της αγοράς.

Τόσο οι σιωνιστές αγοραστές, όσο και οι λεβαντίνικες εταιρείες γνώριζαν ότι πολλοί Παλαιστίνιοι Άραβες εξακολουθούσαν να κατέχουν σπίτια, ελαιώνες, μύλους, αποθήκες και χωράφια στην περιοχή σε σχήμα Ν. Προσέφεραν χρήματα στις οικογένειες που βγήκαν να τα διεκδικήσουν. Αλλά, οι Σιωνιστές τούς έκαναν βίαια έξωση αν αρνούνταν την αποζημίωση ή να πουλήσουν τη γη τους.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνάς μου, οι Παλαιστίνιοι επανειλημμένα υπέβαλαν τις διεκδικήσεις ιδιοκτησίας τους στα βρετανικά δικαστήρια. Αλλά υπάρχουν στοιχεία ότι οι διεκδικήσεις παρεμποδίζονταν από τη δυσκολία πρόσβασης των διεκδικητών στα δικαστήρια. Επιπλέον, οι λεβαντίνικες εταιρείες παραποίησαν τα επίσημα αρχεία γης κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου προκειμένου να επεκτείνουν τα όριά τους και να εξαλείψουν τις αξιώσεις άλλων σε τμήματα χωριών.

Ακόμη και αν υποπτεύονταν ότι οι συναλλαγές δεν ήταν διαφανείς, οι Βρετανοί αξιωματούχοι τίμησαν τους τίτλους γης που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των πολιτικά ισχυρών λεβαντίνικων εταιρειών και των σιωνιστών.

Μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1948 –κατά τον οποίο οι εβραϊκές δυνάμεις εκτόπισαν περίπου 750.000 Παλαιστίνιους από τα σπίτια τους στην Παλαιστίνη– οι νόμοι του 1950 «Περί Απόντων Ιδιοκτητών» απαγόρευσαν στο Ισραήλ να εξετάσει άλλες παλαιστινιακές διεκδικήσεις για τη γη που κατέλαβε το Ισραήλ πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1948.

 Διαφορές και εξώσεις

Τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν ότι αυτές οι εδαφικές διαφορές δεν είναι απλώς θέμα του παρελθόντος. Η διαμάχη για το Σέικ Τζαρά περιλαμβάνει ισχυρισμούς ότι οι Εβραίοι έποικοι απέκτησαν δικαιώματα γης το 1885. Παλαιστινιακές οικογένειες λένε ότι η γη ανήκε στους Παλαιστίνιους πολύ νωρίτερα.

Η περιγραφή των απαλλοτριώσεων στο Σέικ Τζαρά ως μια «κτηματομεσιτική» διαμάχη αποκρύπτει την πραγματική ιστορία της ιδιοκτησίας γης στις περιοχές, η οποία είναι περίπλοκη, αμφισβητούμενη και σπάνια καταλήγει υπέρ των Παλαιστινίων.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Conversation, στις 14 Ιουνίου 2021.

Για τη συγγραφέα

Η Kristen Alff είναι Επίκουρη καθηγήτρια, Κρατικό Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας. Ειδικεύεται στην ιστορία της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής και στην παγκόσμια πολιτική οικονομία. Ενδιαφέρεται για τη διερεύνηση του φύλου, της φυλής και του περιβάλλοντος στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού.