Η θρησκειοποίηση των συγκρούσεων και η νεοαποικιοκρατία




Για πρώτη φορά η Ρωσία βρέθηκε πολύ κοντά στο να ανατρέψει μια προδιαγεγραμμένη στρατηγική επιλογή των ΗΠΑ: την πτώση του Άσαντ. Είναι κάτι που δεν κατάφερε ούτε στη Γιουγκοσλαβία, ούτε στο Ιράκ, ούτε στο Αφγανιστάν, και με μεγάλο κόστος στην Οσετία, την Αμπχαζία, την Ουκρανία και την Κριμαία.


Του Δημήτρη Σταματόπουλου


Τα χτυπήματα εναντίον των Ρώσων (επιβατικό στην Αίγυπτο, το στρατιωτικό αεροπλάνο αυτή την εβδομάδα) δείχνουν σε πόσο δύσκολη θέση έχει περιέλθει το Ισλαμικό Κράτος και οι προστάτριές του –η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία– με την επέμβαση των Ρώσων. Και τα χτυπήματα των τζιχαντιστών στο Παρίσι –μάλλον δείγματα απόγνωσης παρά “στρατηγικού” σχεδιασμού– θα έκαναν πιο εύκολο να δούμε τη Ρωσία, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία να επιχειρούν μαζί εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Αυτό, όμως, αντίκειται στα στρατηγικά συμφέροντα της Αμερικής: το χτύπημα των Τούρκων δευτερευόντως αφορούσε αυτούς. Αφορά την Αμερική, που ενώ ήταν στα σχοινιά από τη στάση της Ρωσίας, ανάπνευσε γιατί η Ρωσία εμφανίζεται ως μέρος του προβλήματος και όχι ως μέρος της λύσης του. Το πώς θα το χειριστούν από εδώ και στο εξής θα φανεί. Η γνώμη μου, όμως, είναι ότι η Αμερική θα κάνει τα πάντα για να επιβιώσει το ISIS γιατί απλούστατα το έχει ανάγκη.

Το Ισλαμικό Κράτος σε γεωπολιτικό επίπεδο διατηρεί διαλυμένα τη Συρία και το Ιράκ, δυο κράτη, όπου η ρωσική επιρροή προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Η Μέση Ανατολή και ο Περσικός Κόλπος δεν είναι χρήσιμα στους Αμερικανούς απλώς για το πετρέλαιό τους. Το πετρέλαιο της περιοχής πρέπει να ελέγχεται στον βαθμό που είναι η βασική ενεργειακή πηγή “συμμάχων” αλλά και εν δυνάμει αντιπάλων (Γερμανία, Ιαπωνία) ή κανονικών αντιπάλων (Κίνα).

Ο έλεγχος, όμως, της Μέσης Ανατολής έχει και στρατηγικό ενδιαφέρον για τις ΗΠΑ γιατί είναι ο γεωγραφικός χώρος που ακουμπά στο μαλακό υπογάστριο των δυο μεγάλων της ανταγωνιστών: της Ρωσίας και της Κίνας. Στον χώρο αυτό η αμερικανική, όπως και παλαιότερα η αγγλική ηγεμονία, δεν μπορούσε να εκδιπλωθεί σε περιβάλλον αναδυόμενων εθνικών κινημάτων με αντι-αποικοκρατικό πρόσημο.

Η θρησκειοποίηση των ταυτοτήτων και ως εκ τούτου η θρησκειοποίηση των συγκρούσεων ήταν μια πολιτική που οι Βρετανοί είχαν ακολουθήσει με συνέπεια διακρίνοντας Ινδουϊστές από Μουσουλμάνους Ινδούς, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους Κυπρίους, Σουνίτες και Σιϊτες Ιρακινούς, Σουνίτες και Κόπτες Αιγυπτίους. Το ίδιο, λοιπόν, πρέπει κανείς να υποθέτει για τις ΗΠΑ, όχι μόνο από τη στιγμή που ο Χάντιγκτον το εισηγήθηκε σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά ήδη από τη δεκαετία του 1980, όταν οι Ταλιμπάν επιλέχθηκαν ως προνομιακός σύμμαχος εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.

Το ISIS, όπως παλαιότερα η Αλ Κάιντα, δεν αντιπροσωπεύουν μόνο τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες και την ικανότητά τους να σκοτώσουν 200, 500 ή 1000 δυτικούς: είναι το απώτατο σύμβολο της θρησκειοποίησης των ταυτοτήτων και εξ αυτού των συγκρούσεων που προκύπτουν από αυτές.

Τόσο οι παλαιές αποικιοκρατικές δυνάμεις, όπως η Αγγλία και η Γαλλία, όσο και οι νέες, οι ΗΠΑ αλλά και η Ρωσία (αναφέρομαι στους δικούς της “τρομοκράτες” π.χ τους Τσετσένους κ.λπ.) έχουν ανάγκη τη θρησκειοποίηση της ταυτότητας του αντιπάλου. Κακά τα ψέματα: το έθνος υπήρξε ιστορικά πιο επικίνδυνο από τη θρησκεία για παλαιούς και νέους αποικιοκράτες.

Για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Σταματόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Βαλκανικής και Ύστερης Οθωμανικής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είναι συγγραφέας των βιβλίων Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση: προς μια ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα (Αλεξάνδρεια, 2003), Το Βυζάντιο μετά το Έθνος: το πρόβλημα της συνέχειας στις βαλκανικές ιστοριογραφίες (Αλεξάνδρεια,  2009), Το Αγιοταφικό Μετόχι Κωνσταντινουπόλεως: αρχειακές πηγές,  (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 2010).