Οι συνέπειες του εξορυκτισμού και τα δικαιώματα των τοπικών κοινοτήτων




Διαδηλώσεις με το σύνθημα «το Δικαίωμα να πούμε Όχι» οργανώνονται στη Νότια Αφρική, όπου η συζήτηση για τη βία της εξορυκτικής δραστηριότητας των εταιριών αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική απήχηση.


«Το ανοδικό κύμα σηκώνει όλα τα πλοία». Πρόκειται για μια γνωστή και εύληπτη μεταφορά που χρησιμοποιείται συχνά σε οικονομικές συζητήσεις. Είναι ταυτόχρονα μια επικίνδυνη και παραπλανητική μεταφορά, στον βαθμό που αποφεύγει να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα. Το κύμα θα σηκώσει άραγε όλα τα πλοία εξίσου; Δεν είναι κάποια πλοία μεγαλύτερα από άλλα; Και τελικά, ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του πλοίου;

Όταν οι εταιρίες αρχίζουν να ερευνούν περιοχές για να εξυπηρετήσουν τα εξορυκτικά τους συμφέροντα, η μεταφορά του ανοδικού κύματος χρησιμοποιείται κατά κόρον στις διαπραγματεύσεις με τις τοπικές κοινωνίες.

«Ισότιμος τρόπος κατανομής των κερδών από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, ωφέλιμες δραστηριότητες ανάπτυξης, θετικός μετασχηματισμός των οικονομικών δομών, κοινή ευημερία»: αυτές είναι οι υποσχέσεις.

Και στις περιπτώσεις που οι κοινότητες αντιτίθεται στα εξορυκτικά πλάνα των εταιριών και του κράτους, χαρακτηρίζονται ως «αντι-αναπτυξιακές». Για ποιους λόγους, όμως, οι κοινότητες δεν αποκομίζουν οφέλη από αυτές τις συμφωνίες από όπου υποτίθεται ότι «όλοι βγαίνουν κερδισμένοι»;

Ο εξορυκτισμός και οι βαθιές συνέπειές του

Καταρχάς, χρειάζεται να γίνει κατανοητό ότι οι εξαιρετικά άνισες σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στις εταιρίες και τις κοινότητες, καθιστούν αδύνατη αυτή την ουτοπία του «ανοδικού κύματος που σηκώνει όλα τα πλοία».

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τις λεγόμενες «συμφωνίες κατανομής του οφέλους» οι κοινότητες βρίσκονται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση.

Τυπικά, ο στόχος αυτών των συμφωνιών είναι να διασφαλιστεί ότι η κοινότητα θα επωφεληθεί ισότιμα από τις εξορυκτικές δραστηριότητες, αλλά στην πραγματικότητα –και παρά την παρουσία κυβερνητικών αξιωματούχων, ΜΚΟ, ερευνητικών κέντρων και συμβουλίων, κατά τις συζητήσεις– οι διαπραγματεύσεις μετατρέπονται σε μια διαδικασία, στην οποία οι εξορυκτικές εταιρίες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν όχι μόνο την αποδοχή των σχεδίων τους, αλλά και νομική προστασία απέναντι σε μελλοντικές μηνύσεις.

Είναι εύκολο να εκμεταλλευτούν τις διαδικασίες διαπραγμάτευσης, καθώς οι κοινότητες δεν έχουν τη δυνατότητα να μελετήσουν τα περίπλοκα σχέδια εξόρυξης, τα συμβόλαια και τα νομικά ζητήματα.

Ταυτόχρονα, ο έλεγχος αυτών των ζητημάτων από την πλευρά των κυβερνήσεων αποδεικνύεται εξαιρετικά μικρός όχι μόνο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αλλά και στα στάδια της μετέπειτα παρακολούθησης.

Οι συνέπειες είναι γνωστές: αν τελικά εφαρμοστούν από τις εταιρίες, τα σχέδια εξόρυξης δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των κοινοτήτων.

Το δεύτερο βασικό πρόβλημα είναι οι αρνητικές επιπτώσεις των ίδιων των εξορυκτικών δραστηριοτήτων, οι οποίες υποβαθμίζονται διαρκώς.

Οι εξορύξεις απειλούν την ασφάλεια των κοινοτήτων, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα υγείας που οφείλονται στη μόλυνση του αέρα και του νερού από τα οξέα εξορυκτικής αποστράγγισης. Οι αμέτρητες επιβλαβείς συνέπειες της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης περιλαμβάνουν τον περιορισμό της πρόσβασης σε πόσιμο νερό και σε καλλιεργήσιμη γη, που με τη σειρά τους οδηγούν σε εξαφάνιση παραδοσιακών επαγγελμάτων και τρόπων βιοπορισμού.

Η οικονομική ανασφάλεια οδηγεί σε κατάρρευση των οικογενειακών δικτύων, σε επισφαλή εργασία και σε τρόπους βιοπορισμού υψηλού ρίσκου. Οι περισσότερες από αυτές τις αρνητικές συνέπειες έχουν διαφοροποιημένες και πιο έντονες επιπτώσεις για τις γυναίκες, μέσα στις υπάρχουσες, κοινωνικά διαμορφωμένες σχέσεις καταπίεσης.

righnt-to-say-noΕικόνα από κινητοποιήσεις ενάντια στην εξορυκτική εκμετάλλευση των κοινοτήτων στην Αφρική

Ποιες είναι οι εναλλακτικές;

Πώς μπορούν λοιπόν οι τοπικές κοινωνίες, που αντιμετωπίζουν αυτή την πολλαπλότητα προβλημάτων, να αγωνιστούν ενάντια στον εξορυκτισμό που τους αρνείται την αυτοδιάθεση;

Υπάρχουν κάποια εργαλεία όπως η αρχή της «πρότερης ελεύθερης και ενήμερης συγκατάθεσης (FPIC), που θεωρητικά λειτουργεί ως τρόπος προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των κοινοτήτων.

Διασφαλίζει το δικαίωμά τους να ερωτώνται για τις σχεδιαζόμενες εξορυκτικές δραστηριότητες και να αποφασίζουν, βασιζόμενες σε διασφαλισμένη πρόσβαση σε αντικειμενική πληροφόρηση, απαλλαγμένη από υποχρεώσεις, καθήκοντα, εξουσία ή καταναγκασμό.

Παρ’ όλα αυτά, ολοένα και συχνότερα καταγράφονται περιπτώσεις όπου οι τοπικές αρχές αγνοούν τα κοινοτικά συμφέροντα, συμμαχώντας με τις εξορυκτικές εταιρίες.

Έτσι συχνά, η «Πρότερη Ελεύθερη και Ενήμερη Συγκατάθεση» λειτουργεί συχνά όχι ως εργαλείο υπεράσπισης, αλλά υπονόμευσης των κοινοτήτων, καθώς δίνει χώρο για τη συμμαχία των τοπικών αρχών με τις εταιρίες, χωρίς να απαιτείται η διαβούλευση με τη βάση.

Το «Δικαίωμα στο Όχι»

Υπάρχουν κοινότητες που έχουν αντιταχθεί αποτελεσματικά στα εξορυκτικά συμφέροντα. Η περίπτωση της Επιτροπής Κρίσης της Amadiba, στην Πόντολαντ, μια περιοχή της Νότιας Αφρικής, είναι ένα δυνατό παράδειγμα για το πώς μια κοινότητα όχι μόνο απέρριψε τον εξορυκτισμό, αλλά βρήκε επιπλέον δικές της εναλλακτικές, όπως ο οικο-τουρισμός και σχέδια βασισμένα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Υπάρχουν, ωστόσο, πολλές άλλες κοινότητες που δεν έχουν τα μέσα και την υποστήριξη να αντιταχθούν αποτελεσματικά στην δύναμη που συγκεντρώνουν τα συμφέροντα των εξορυκτικών εταιριών. Για την υποστήριξη του αγώνα τους η «Πρότερη Ελεύθερη και Ενήμερη Συγκατάθεση» δεν είναι αρκετή. Χρειάζονται πρωτοβουλίες στη λογική του «Δικαιώματος στο Όχι».

Το «Δικαίωμα στο Όχι», που βασίζεται στην ιδέα της ελεύθερης και ενήμερης συγκατάθεσης, είναι ένα σημαντικό βήμα για την υπεράσπιση του δικαιώματος σε μια ανάπτυξη αυτοδιάθεσης.

Υπογραμμίζει το θεμελιώδες δικαίωμα των τοπικών κοινοτήτων όχι μόνο να εμπλέκονται και να ενημερώνονται σχετικά με τα εξορυκτικά σχέδια, αλλά και να λένε τελικά «όχι» στα προτεινόμενα σχέδια, όταν τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων δεν είναι ικανοποιητικά.

Αυτή η ουσιώδης διάσταση διευρύνει τη φωνή των κοινοτήτων και τις τοποθετεί σε μια πιο ισότιμη σχέση, αυξάνοντας την πίεση προς τις εταιρίες να σεβαστούν την ιθαγενική γνώση και το εθιμικό δίκαιο.

Επομένως το δικαίωμα στο «όχι» απέναντι στις εξορύξεις, είναι επίσης και δικαίωμα σε ένα «ναι» για έναν τρόπο ζωής με αυτοδιάθεση που δίνει στις κοινότητες ένα συγκεκριμένο εργαλείο ώστε να υπερασπιστούν το δικό τους μοντέλο ανάπτυξης μέσα από διαδικασίες και νομικές προβλέψεις βάσης.

H ανάγκη ανάλυσης της πολιτικής των εξορύξεων

Οι αυξανόμενες κινητοποιήσεις για το «Δικαίωμα στο Όχι» και οι διαδηλώσεις από κοινότητες που έχουν πληγεί από τις εξορύξεις μάς ενθαρρύνουν να σκεφτούμε ερωτήματα σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Το συχνό επιχείρημα ότι οι «εξορύξεις δημιουργούν θέσεις εργασίας» και άρα ενισχύουν την οικονομία αδυνατεί να λάβει υπόψη του ορισμένα σημαντικά ζητήματα.

Πρώτον, η βλάβη στην παραδοσιακή οικονομία συχνά υποβαθμίζεται, καθώς και οι επιπτώσεις στο περιβάλλον που δεν μπορούν πάντοτε να εκτιμηθούν με ακρίβεια.

Επιπλέον, το γεγονός ότι οι εξορυκτικές εταιρίες είναι ως επί το πλείστον πολυεθνικές οδηγεί σε μαζική εκροή κεφαλαίων από τις τοπικές κοινωνίες προς τις τσέπες διεθνών επιχειρήσεων και εθνικών ελίτ. Αναρωτιέται κανείς αν η φοροδιαφυγή και η διαφθορά έχει γίνει το νέο εθνικό σπορ για το «1% του πληθυσμού».

Στη Νότια Αφρική, δεν είναι οι πολίτες που επωφελούνται από τους συλλογικούς φυσικούς πόρους, αλλά οι φορολογικοί παράδεισοι, μαζί με μια κλίκα πολιτικών και επιχειρηματιών.

Και τέλος, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ο εξορυκτισμός είναι από τη φύση του κοντόφθαλμος: τι συμβαίνει στην οικονομία, όταν εξαντληθούν οι πηγές των ορυκτών;

Η καταστροφή που προκαλεί η εξορυκτική δραστηριότητα γίνεται περισσότερο εμφανής αν αναλυθεί από παγκόσμια οπτική.

Σε ολόκληρες περιοχές της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας μπορούμε να δούμε κοινότητες που παλεύουν με τις συνέπειες του εξορυκτισμού. Υπάρχουν, όμως, εξίσου πολλά κινήματα, οργανώσεις και ομάδες πολιτών που αντιστέκονται σε αυτά τα σχέδια.

Για να συνδεθούν αυτοί οι διαφορετικοί αγώνες είναι αναγκαίο να αναγνωριστούν οι διαφορές τους που συνδέονται με το πλαίσιο ανάδυσής τους, αλλά και να ταυτοποιηθούν οι ομοιότητές τους, ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες μάθησης του ενός από τον άλλο.

Αυτό είναι το κλειδί της ενίσχυσης της αλληλεγγύης και της συνδυαζόμενης δύναμης των παγκόσμιων κινημάτων ενάντια στον εξορυκτισμό.

Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να δουλέψουμε για ένα μέλλον που δεν επενδύει σε ένα περιβαλλοντικά και κοινωνικά ισοπεδωτικό τρόπο ζωής που «θα σηκώσει τα πλοία». Βιώσιμα και κοινωνικά δίκαια μοντέλα ανάπτυξης μπορούν να επιτευχθούν και χωρίς κανενός τέτοιου είδους «ανοδικό κύμα».

To άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Amandla, στις 15 Φεβρουαρίου 2018.

Διαβάστε επίσης:

“Κονγκό: Για τη βία των μεταλλευμάτων και την παγκόσμια σιωπή”

Γ. Βελεγράκης, “Περί εξορυκτισμού”, στο kokkoi.gr