Ουκρανική κρίση: Μια χαρτογράφηση της γεωπολιτικής σκακιέρας

Wikimedia Commons/OSCE SMM monitoring the movement of heavy weaponry in eastern Ukraine

Την περασμένη εβδομάδα, η κατάσταση στην Ουκρανία περιήλθε από τον επικείμενο πόλεμο σε ένα εκκρεμές «πολέμου-μη πολέμου», που παράγει μια από τις πιο σύνθετες κρίσεις των τελευταίων ετών. Ένα πράγμα είναι ωστόσο σαφές: οι βέβαιοι νικητές θα είναι οι βιομηχανίες όπλων.


Του Paul Rogers

Μετάφραση: Συντακτική ομάδα pass-world.gr


Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν εμφανίζεται απροσδόκητα σκληροτράχηλος, αν σκεφτεί κανείς την προηγούμενη μακροχρόνια επιφυλακτικότητά του όσον αφορά την εμπλοκή των ΗΠΑ σε ξένους πολέμους.

Η επιθυμία του να ξεπεράσει την περσινή απόλυτη καταστροφή στο Αφγανιστάν, καθώς και οι βλέψεις του για τις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές του τρέχοντος έτους, δημιουργούν στο εσωτερικό της χώρας την ανάγκη να βγει μπροστά σε αυτή την κρίση και να ανατρέψει την εικόνα του «νυσταγμένου Τζο».

Μια από τις τακτικές των ΗΠΑ ήταν να παρέχουν ασυνήθιστα λεπτομερείς πληροφορίες για το τι κάνει η Ρωσία, με την ελπίδα ότι θα είναι οι πρώτες που θα πουν ότι ο ρωσικός στρατός είναι πραγματικά έτοιμος να επέμβει. Αυτό έφτασε στο αποκορύφωμά του με την προειδοποίηση ότι ο πόλεμος μπορεί να ξεκινήσει την Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου, η οποία αποδείχθηκε λανθασμένη.

Με τον τρόπο αυτό, οι ΗΠΑ θέλουν, προφανώς, να προλάβουν πιθανές ρωσικές τακτικές εκπλήξεις, να πείσουν το ακροατήριο ότι ο Λευκός Οίκος έχει πλήρη εποπτεία των πραγμάτων και να αντιμετωπίσουν κάθε αντίθεση του Τραμπ στην αμερικανική δράση στο εξωτερικό.

Εν τω μεταξύ, στη Γερμανία, ο Καγκελάριος Σολτς ηγείται μιας κυβέρνησης συνασπισμού η οποία εξελέγη μόλις πρόσφατα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό το ότι ο ίδιος έχει εμπειρία στον τομέα των οικονομικών και όχι στα ζητήματα των εξωτερικλων υποθέσεων, αυξάνει την επιφυλακτικότητα στην προσέγγισή του.

Για τον Εμανουέλ Μακρόν, τον βασικό ρόλο παίζουν οι επικείμενες Προεδρικές εκλογές στη Γαλλία και παρόλο που η χώρα δεν έχει τεράστια επιρροή στη διεθνή σκηνή, το να διαδραματίσει ρόλο μεσολαβητή είναι κάτι που έχει σημασία για τον ίδιο και τους συμβούλους του.

Στη Μεγάλη Βρετανία, ο Μπόρις Τζόνσον εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεράστιες πολιτικές δυσκολίες, οπότε η Ουκρανία είναι ένας επίκαιρος αντιπερισπασμός. Επιπλέον, ο ίδιος και άλλοι στο υπουργικό του συμβούλιο κόπτονται πραγματικά για τον ρόλο της Βρετανίας στην κρίση, με φόντο την νέο-αποκτηθείσα ελευθερία της χώρας μετά το Brexit: «η Βρετανία είναι επιτέλους ελεύθερη να ασκήσει τον πραγματικό παγκόσμιο ηγετικό της ρόλο», υποστηρίζουν επιδέξια η Sun, η Daily Mail, η Express, η Telegraph και οι υπόλοιποι.

Σε όλο τον κόσμο, αυτοί οι ισχυρισμοί μπορεί να αντιμετωπίζονται με ιλαρότητα, αλλά αυτό δεν έχει σχεδόν καμία σημασία για τον Τζόνσον.

Όσον αφορά τη Ρωσία, η ασφαλέστερη υπόθεση είναι ότι η κρίση πηγάζει από την αποφασιστικότητα του Προέδρου Πούτιν να επαναφέρει τη χώρα στην κατηγορία των υπερδυνάμεων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο Πούτιν θέλει έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία.

Για τους ανθρώπους της γενιάς του Πούτιν, ο τρόπος με τον οποίο η Ρωσία αντιμετωπίστηκε σχεδόν με περιφρόνηση μετά την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος, πριν από 30 χρόνια, εξακολουθεί να ενοχλεί, και είναι εκπληκτικό το πόσο λίγοι δυτικοί σχολιαστές το συνυπολογίζουν αυτό.

Στη δυσαρέσκεια προστίθεται και η αργή διείσδυση του ΝΑΤΟ σε χώρες τις οποίες μεγάλο μέρος της ρωσικής πολιτικής ελίτ εξακολουθεί να θεωρεί ως “εγγύς εξωτερικό” της: η Ουκρανία αποτελεί το βασικό σημείο εστίασης, αλλά υπάρχουν και τα παραδείγματα της Πολωνίας και της Ρουμανίας.

Για παράδειγμα, ένα από τα βασικά στοιχεία που πυροδοτούν σήμερα τη δυσαρέσκεια είναι η απόφαση των ΗΠΑ να εγκαταστήσουν συστοιχίες αντιβαλλιστικών πυραύλων στο Ρετζίκοβο της Πολωνίας και στο Ντεβεσέλου της Ρουμανίας, χρησιμοποιώντας το σύστημα Aegis Ashore.

Το σύστημα αυτό, το οποίο βρίσκεται επί του παρόντος υπό κατασκευή, συνδυάζει προηγμένες τεχνολογίες ραντάρ με πυραύλους αναχαίτισης και έχει ως δεδηλωμένο σκοπό την προστασία της Δύσης από βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύονται από «ταραχοποιά κράτη», όπως το Ιράν. Η Μόσχα φοβάται, ωστόσο, ότι ο εκτοξευτής MK 41 του συστήματος Aegis μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί για τον πύραυλο κρουζ Tomahawk, τον διάδοχο των πυραύλων Greenham Common, για επιθέσεις εναντίον της ίδιας της Ρωσίας.

Γιατί τώρα;

Από τη σκοπιά της Μόσχας, η απόφαση να κλιμακώσει την Ουκρανία τη συγκεκριμένη στιγμή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες.

Οι σχέσεις της Ρωσίας με την Κίνα είναι σχετικά καλές και αυξάνει με επιτυχία την επιρροή της σε όλο τον κόσμο. Πέρα από την καθιερωμένη παρουσία της σε θέματα ασφαλείας στη Συρία, το έργο των σκιωδών μισθοφόρων της ρωσικής ομάδας Wagner στη Λιβύη και το Σαχέλ αποδεικνύεται πολύτιμο από άποψη εξωτερικής επιρροής.

Επιπλέον, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, αν και ελάχιστα παρατηρούμενα στοιχεία της πρόσφατης εξωστρέφειας της Ρωσίας ήταν οι κοινές ναυτικές ασκήσεις της με την Κίνα και το Ιράν στον βόρειο Ινδικό Ωκεανό.

Έπειτα, πάνω απ’ όλα, υπάρχει η εικαζόμενη από τη Ρωσία αδυναμία των ΗΠΑ και το ζήτημα του κατά πόσον ο Λευκός Οίκος είναι τόσο απορροφημένος από τα εσωτερικά ζητήματα και την άνοδο της Κίνας που δεν θα είναι πρόθυμος να επικεντρωθεί στην ενότητα του ΝΑΤΟ.

Μέχρι στιγμής, αυτή η υπόθεση δεν έχει επιβεβαιωθεί και το ΝΑΤΟ παραμένει ενωμένο. Έτσι, τα πολιτικά σχέδια του Πούτιν φαίνεται τώρα να στρέφονται προς τη δημιουργία μιας μακροχρόνιας κρίσης που θα φθείρει σιγά-σιγά την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ.

Αν η κατοχύρωση της θέσης της υπερδύναμης είναι ο μακροπρόθεσμος στόχος της Ρωσίας, τότε ο μόνος τομέας όπου αυτό είναι σήμερα εφαρμόσιμο είναι τα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια, όπου η Ρωσία συγκρίνεται μόνο με τις ΗΠΑ. Σε όλους τους άλλους τομείς, η Ρωσία απλά δεν φτάνει στον στόχο, απλά δεν είναι τόσο ισχυρή.

Για παράδειγμα, όσον αφορά την οικονομική της δύναμη, η Ρωσία διαθέτει σίγουρα πολύτιμους ενεργειακούς πόρους και έχει επίσης καταφέρει να συγκεντρώσει σημαντικά συναλλαγματικά αποθέματα.

Όμως, το συνολικό της ΑΕΠ, την κατατάσσει πολύ χαμηλά στον κατάλογο των παγκόσμιων οικονομιών, στην 12η θέση, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το 2019.

Αυτή η κατάταξη τοποθετεί τη Ρωσία πίσω από τη Νότια Κορέα, τον Καναδά, τη Βραζιλία και την Ιταλία, και πολύ πιο κάτω από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ινδία, τη Γερμανία και την Ιαπωνία, ενώ η Κίνα έχει σχεδόν δεκαπλάσιο ΑΕΠ από αυτήν και οι ΗΠΑ βρίσκονται πολύ μπροστά από όλες τις παραπάνω χώρες.

Πολύ λίγο αναλύεται και το γεγονός ότι ενώ η Ρωσία δαπανά ένα σχετικά υψηλό ποσοστό του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της για τον στρατό, ο συνολικός αμυντικός της προϋπολογισμός εξακολουθεί να είναι μόλις ο πέμπτος υψηλότερος στον κόσμο, μετά την Ινδία και το Ηνωμένο Βασίλειο και πολύ πίσω από την Κίνα και τις ΗΠΑ.

Κατανόηση της απειλής

Όλα τα παραπάνω εγείρουν ερωτήματα σχετικά με το πόσο μακριά σκοπεύει να τραβήξει ο Πούτιν την τρέχουσα κρίση και αν υπάρχει πράγματι κίνδυνος ενός μεγάλου πολέμου στην Ευρώπη.

Ένα από τα προβλήματα με την έμφαση που δίνει ο Μπάιντεν στη δημοσιοποίηση των αμερικανικών πληροφοριών σχετικά με τη στρατιωτική ανάπτυξη της Ρωσίας είναι ότι πρόκειται για σχετικά ακατέργαστα δεδομένα, με τον Λευκό Οίκο να προσφέρει ελάχιστες ερμηνείες από τους δικούς του αναλυτές των μυστικών υπηρεσιών. Μια σχετική ανάλυση για το θέμα αυτό προσφέρει το συνήθως καλά ενημερωμένο περιοδικό Jane’s Defence Weekly. Αυτό ανέφερε την Τρίτη, μια μέρα πριν οι ΗΠΑ προβλέψουν πόλεμο, ότι:

«Φαίνεται να υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις κινητοποιούνται μαζικά για έναν μεγάλο πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας. Μια περιορισμένη επιχείρηση για την υποστήριξη των φιλορωσικών δυνάμεων στις περιοχές του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ φαίνεται πιο πιθανή. […] Μια σημαντική ρωσική εισβολή εναντίον της Ουκρανίας θα κινδύνευε να κλιμακωθεί σε μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση, για την οποία τα ρωσικά στρατεύματα θα χρειάζονταν σημαντική υλικοτεχνική υποστήριξη που θα συνίστατο σε τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών και καυσίμων, καθώς και την ενεργοποίηση εγκαταστάσεων ιατρικής υποστήριξης για την αντιμετώπιση απωλειών μεγάλης κλίμακας».

Το Jane’s Defence Weekly επισημαίνει ότι υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις μιας τέτοιου είδους εθνικής κινητοποίησης στη Ρωσία.

Δεν υπήρξαν εκκλήσεις για αιμοδότες, δεν ενεργοποιήθηκαν οι οργανώσεις πολιτικής άμυνας, δεν ενισχύθηκε η εσωτερική ασφάλεια και δεν φαίνεται να έχουν ζητηθεί οι σημαντικοί πόροι που διαθέτει η εταιρία Ρωσικών Σιδηροδρόμων.

Ενώ συζητιέται ότι η Ρωσία έχει ένα εκατομμύριο στρατιώτες υπό τα όπλα ανά πάσα στιγμή, ο στρατός της σε καιρό ειρήνης στην πραγματικότητα κυμαίνεται από 350.000 έως 400.000, οπότε, σε περίπτωση εισβολής, θα πρέπει να αναπτυχθούν μεγάλοι αριθμοί εφέδρων.

Ο ρωσικός στρατός εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους κληρωτούς, οι οποίοι αποτελούν περίπου το ένα τρίτο των στρατευμάτων, αλλά υπηρετούν μόνο έναν χρόνο και οι στρατιωτικές τους ικανότητες μετά το τέλος της θητείας δεν είναι μεγάλες. Μια ξαφνική απαίτηση για πολύ περισσότερους στρατιώτες θα σήμαινε ότι πολλοί θα έπρεπε να παραμείνουν με στολή μετά το τέλος της θητείας τους, γεγονός που, όπως επισημαίνει η Jane’s, «θα ήταν δύσκολο να κρυφτεί και δεν φαίνεται να έχει συμβεί».

Συνοψίζοντας, κάθε κράτος που ενεργεί με τρόπο που θα μπορούσε να το οδηγήσει σε έναν μεγάλο πόλεμο πρέπει να είναι πλήρως προετοιμασμένο, με ολόκληρη τη χώρα να μπαίνει σε πολεμική ετοιμότητα. Αν η ανάλυση της Jane’s είναι σωστή και η Ρωσία δεν βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, τότε ο Πούτιν θα αποφύγει οτιδήποτε καθιστά πιθανό έναν μεγάλο πόλεμο.

Την ώρα που εισβολές στην ανατολική Ουκρανία μπορεί κάλλιστα να συμβούν, η κρίση έχει ήδη δώσει νέα πνοή στο ΝΑΤΟ μετά τις καταστροφικές εμπλοκές του στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη. Τα κράτη του ΝΑΤΟ ρίχνουν όπλα στην Ουκρανία και μιλούν για τη δημιουργία πρόσθετων ομάδων μάχης σε κράτη που βρίσκονται κοντά στη Ρωσία, πέραν των νέων βάσεων στην Πολωνία και τη Ρουμανία.

Κατά μία έννοια, οι δύο αντιμαχόμενοι, η Ρωσία και το ΝΑΤΟ, είναι πλέον εγκλωβισμένοι σε έναν εντελώς ασταθή εναγκαλισμό, πάντα με τον κίνδυνο απρόβλεπτων κλιμακώσεων.

Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση εκείνου του ενοχλητικού ακρωνύμιου AΠΑ –ατυχήματα, περιστατικά ή άτακτες ενέργειες– που μπορεί να μετατρέψει μια κρίση σε κάτι πολύ χειρότερο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι άτακτες ενέργειες θα μπορούσαν να προέλθουν από τις φιλορωσικές πολιτοφυλακές στο Ντονμπάς, αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να προέλθουν και από τις ακροδεξιές πολιτοφυλακές της Ουκρανίας.

Τουλάχιστον η πρόσφατη πρόσκληση του Ρώσου Yπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ προς τον Αμερικανό ομόλογό του Άντονι Μπλίνκεν να συναντηθούν την επόμενη εβδομάδα είναι ένα καλό βήμα. Δυστυχώς, έρχεται τη στιγμή που ο Πούτιν δεν έχει την πολυτέλεια να φανεί αδύναμος, ενώ πάρα πολλοί πολιτικοί στη Δύση θεωρούν ότι πρόκειται για μια ευκαιρία για να χρησιμοποιηθεί σκληρή γλώσσα.

Δεδομένου του σημείου όπου βρισκόμαστε, μια τολμηρή κίνηση, όπως η προτεινόμενη εβδομάδα οργανωμένων συνομιλιών υψηλού επιπέδου σε ουδέτερο χώρο και η συμμετοχή ορισμένων από τους κορυφαίους διαμεσολαβητές του κόσμου, θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στη μείωση των εντάσεων και να προσφέρει χώρο για μακροπρόθεσμη πρόοδο.

Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο κατευνασμός και η προθυμία συμβιβασμού είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Η μη αναγνώριση αυτής της διάκρισης θα αποτελούσε διπλωματική καταστροφή, ιδίως καθώς στην κρίση αυτή εμπλέκονται οι δύο πιο βαριά οπλισμένες πυρηνικές δυνάμεις του κόσμου.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Open Democracy, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

Για τον συγγραφέα

Ο Paul Rogers είναι Ομότιμος Καθηγητής Ειρηνευτικών Σπουδών στο Τμήμα Ειρηνευτικών Σπουδών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Bradford της βόρειας Αγγλίας και επίτιμος συνεργάτης του Joint Service Command and Staff College. Είναι σύμβουλος διεθνούς ασφάλειας της openDemocracy, όπου αρθρογραφεί σε εβδομαδιαία βάση για την παγκόσμια ασφάλεια. Γράφει επίσης στο Rethinking Security.