Τα ανθρώπινα δικαιώματα στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό

Κάθε πολιτική παράδοση έχει επεξεργαστεί ιστορικά διαφορετικές ερμηνείες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και διαφορετικά πολιτικά πλαίσια, προκειμένου αυτά να λειτουργήσουν και να διασφαλιστούν. Έτσι την ώρα που τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν έναν θεμελιακό αξιακό χάρτη από το τέλος του Β΄  Παγκοσμίου και μετά, παραμένουν ανοικτά στις εσωτερικές δυναμικές και αντιφάσεις των φιλελεύθερων δημοκρατιών.


Tης Mάγδας Φυτιλή και της Βασιάννας Κωνσταντοπούλου


Έχοντας τις ρίζες τους στην εποχή του Διαφωτισμού και της Διακήρυξης της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα υπάγονται κι αυτά στην κατασταστική ένταση που περιγράφει η Σαντάλ Μουφ για τις σύγχρονες δημοκρατίες: την ένταση ανάμεσα στη  φιλελεύθερη παράδοση του δικαιικού κανόνα και της αναγνώρισης της ατομικής ελευθερίας από τη μία πλευρά και τη δημοκρατική παράδοση της ισότητας και της λαϊκής κυριαρχίας από την άλλη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ιδιαίτερη αντίληψη του φιλελεύθερου δημοκρατικού μοντέλου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποτελεί έκφραση ενός πολύ συγκεκριμένου πολιτισμικού και ιστορικού πλαισίου [1].

Η σχέση λοιπόν μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών παραμένει ιδιαίτερα πολύπλοκη και ιστορικά μεταλλασσόμενη. Στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή της, στο Jacobin, η Επίκουρη Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Jessica Whyte, εστιάζει στην ιστορική και εννοιολογική σχέση μεταξύ ανθρωπίνων δικαιωμάτων και νεοφιλελευθερισμού.

Όπως λέει, παρότι μια διαδεδομένη αντίληψη για το νεοφιλελευθερισμό είναι πως επρόκειτο περί ενός ανήθικου οικονομικού ορθολογισμού που υποβιβάζει τα ανθρώπινα όντα σε «homo economicus», οι ιδρυτές του νεοφιλελευθερισμού είχαν εξαρχής τη δική τους ατζέντα ανθρώπινων δικαιωμάτων, η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, όπως διατείνονταν, μόνο σε ένα πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς

Ανθρώπινα δικαιώματα και νεοφιλελευθερισμός

Όπως εξηγεί στη συνέντευξή της η Jessica Whyte, η έρευνά της κινητοποιήθηκε από την ανάγκη της να κατανοήσει τη σχέση μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία είχαν γίνει η κυρίαρχη γλώσσα της πολιτικής αμφισβήτησης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, και του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος είχε υιοθετηθεί ευρέως την ίδια περίοδο.

«Με ενδιέφερε να κατανοήσω γιατί η νεοφιλελεύθερη εποχή μας, ήταν επίσης η εποχή των δικαιωμάτων.

Έτσι αποφάσισα να επιστρέψω στο 1947, όταν η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων άρχισε να συντάσσει την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εκείνη τη χρονιά συναντήθηκε, επίσης, μια ομάδα οικονομολόγων, φιλοσόφων και ιστορικών σε ένα ελβετικό χωριό των Άλπεων για να σχηματίσουν την Mont Pelerin Society.

Η ομάδα συγκλήθηκε υπό τον Friedrich Hayek με στόχο την αναβίωση του διεθνούς φιλελευθερισμού ως απάντηση στην άνοδο του σοσιαλισμού, της σοσιαλδημοκρατίας και άλλων “κολεκτιβιστικών” ρευμάτων», σημειώνει.

Η Mont Pelerin Society εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά επιδραστική δεξαμενή σκέψης για το νεοφιλελευθερισμό, η οποία υφίσταται μέχρι σήμερα. Μεταξύ των ιδρυτικών μελών της ήταν οικονομολόγοι της Αυστριακής Σχολής, όπως ο Ludwig von Mises, φιλελεύθεροι της γερμανικής Σχολής του Φράιμπουργκ, όπως ο Wilhelm Röpke και ο Alexander Rüstow, και οι οικονομολόγοι της Σχολής του Σικάγου, όπως ο Milton Friedman και ο Frank Knight.

Ο Νορβηγός οικονομολόγος Trygve J. B. Hoff (αριστερά) και ο Ludwig von Mises (στη μέση) στο Mont Pelerin Society το 1947

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο που αναδεικνύει η Whyte είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν υπήρξε ένα ρεύμα κενό από αναφορές σε ηθικά και αξιακά πρότυπα.

Η διαδεδομένη αντίληψη ότι ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί έναν ανήθικο οικονομικό ορθολογισμό που υποβιβάζει τα ανθρώπινα όντα σε «homo economicus» ερχόταν σε σύγκρουση με αυτό που βρήκε η ίδια στα αρχεία της Mont Pelerin Society.

Όπως περιγράφει, στα ιδρυτικά κείμενα μπορεί να εντοπιστεί η επίκληση μιας οικουμενικότητας βασισμένης στην πεποίθηση περί ηθικής ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού, συνδυασμένη με τις αξίες της προσωπικής ελευθερίας και ευθύνης, καθώς και με τις αρχές του ανταγωνισμού της αγοράς.

«Οι ιδρυτές του νεοφιλελευθερισμού πίστευαν ότι οι κεντρικές αξίες του πολιτισμού βρίσκονταν σε κίνδυνο. Αυτή η πολιτισμική κρίση, υποστήριζαν, ήταν το αποτέλεσμα της άρνησης των απόλυτων ηθικών προτύπων. Υπό το πρίσμα αυτό, πολλοί νεοφιλελεύθεροι υπερασπίζονταν την ηθική νομιμότητα του “δυτικού πολιτισμού”, τον οποίο συνέδεαν με τις οικογενειακές αξίες, την ατομική ελευθερία, την προσωπική ευθύνη και την αποδοχή των αποτελεσμάτων του ανταγωνισμού της αγοράς», σημειώνει η Whyte.

«Δεν ήταν απλά ότι ο ανταγωνισμός της αγοράς ήταν το πιο αποτελεσματικό μέσο για τη διανομή αγαθών και υπηρεσιών. Αντιθέτως, η αγορά ήταν ο κεντρικός θεσμός που μπορούσε να συντονίσει την κοινωνία για να αντιμετωπίσει την πολιτική εξουσία.

Ο Friedrich Hayek, ειδικότερα, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να διατυπώσει αυτό που θεωρούσε ως ηθική της αγοράς. Υποστήριζε ότι μια ελεύθερη κοινωνία θα μπορούσε να επιβιώσει μόνο αν οι άνθρωποι ανέχονταν υψηλά επίπεδα ανισότητας και απέφευγαν να παρεμβαίνουν συλλογικά στην τάξη της αγοράς. Η επιτυχία μιας ανταγωνιστικής τάξης της αγοράς βασιζόταν στην εμπέδωση αυτών των πεποιθήσεων», προσθέτει.

«Νομίζω ότι αυτό αλλάζει την αντίληψή μας για τη συμμαχία μεταξύ του κοινωνικού συντηρητισμού και του νεοφιλελευθερισμού – μια συμμαχία ιδιαίτερα εδραιωμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες», επισημαίνει η Whyte.Κατά την ίδια, «ο κοινωνικός συντηρητισμός δεν ήταν ένα εξωτερικό συμπλήρωμα του νεοφιλελευθερισμού. Αντίθετα, ήταν από την αρχή σε μεγάλο βαθμό μέρος του νεοφιλελεύθερου πακέτου».

«Οι νεοφιλελεύθεροι στοχαστές δεν χρειάζονταν να κοιτάξουν έξω από το νεοφιλελεύθερο κίνημα για να βρουν ισχυρούς υπερασπιστές του χριστιανισμού ή της ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού. Ούτε χρειάστηκε να ψάξουν αλλού για να βρουν την υπεράσπιση της οικογένειας. Ο Γερμανός νεοφιλελεύθερος Wilhelm Röpke αναφερόταν στην οικογένεια ως “τη φυσική σφαίρα της γυναίκας, το κατάλληλο περιβάλλον για την ανατροφή των παιδιών και πράγματι το γονικό κύτταρο της κοινότητας”.

Πράγματι, οι πρώτοι νεοφιλελεύθεροι στοχαστές πίστευαν ότι η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας και του κράτους πρόνοιας απειλούσε να σφετεριστεί τον φυσικό ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια», υποστηρίζει η Whyte.

Αντίστοιχα, η Whyte εντοπίζει στα ιδρυτικά κείμενα του νεοφιλελευθερισμού και ένα είδος πολιτικής φιλοσοφίας, που συνίστατο στην ανάγκη αποπολιτικοποίησης των κοινωνικών κινημάτων.

«Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι νεοφιλελεύθεροι της Mont Pelerin Society ήταν σε μεγάλο βαθμό ενωμένοι από την πεποίθηση ότι η αγορά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ειρήνευση των κοινωνικών σχέσεων. Για να προβάλουν αυτή την υπόθεση, αναβίωσαν μια ιδέα του 18ου αιώνα που εντόπισε ο οικονομολόγος της ανάπτυξης Albert Hirschman. Οι πρώτοι νεοφιλελεύθεροι υποστήριζαν ότι όταν οι άνθρωποι ενεργούν με βάση ψύχραιμα, ορθολογικά συμφέροντα, είναι λιγότερο δέσμιοι των βίαιων πολιτικών τους παθών. Κατά συνέπεια, οι νεοφιλελεύθεροι θεωρούσαν την κοινωνία των πολιτών ως ένα πεδίο αμοιβαία επωφελών σχέσεων ιδιοτελούς συμφέροντος που έπρεπε να προστατευθεί από τις εισβολές της πολιτικής.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την προστασία της κοινωνίας των πολιτών και των ιδιωτικών συμφερόντων των ατόμων –κυρίως της ατομικής τους ιδιοκτησίας– από την πολιτική αμφισβήτηση», αναφέρει η Whyte.

Σε διεθνή κλίμακα, αυτή η φιλοσοφία συνδεόταν με την επιθυμία προστασίας των δικαιωμάτων των επενδυτών. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό στις πρώην αποικίες, όπου τα μετα-αποικιακά κράτη προσπαθούσαν να απαλλοτριώσουν την περιουσία των πολυεθνικών εταιρειών και των εταιρειών που συνδέονταν με τις πρώην αποικιακές δυνάμεις. Έτσι, οι θεμελιωτές του νεοφιλελευθερισμού είδαν, σε μεγάλο βαθμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα ως έναν μηχανισμό αποτροπής της δυναμικής των ρευμάτων πολιτικής αμφισβήτησης της μεταποικιακής περιόδου, όπως περιγράφει η ίδια.

Οι ΜΚΟ και ο νεοφιλελευθερισμός

Όσον αφορά τις ΜΚΟ, οι νεοφιλελεύθεροι ήταν αρκετά αμφιλεγόμενοι απέναντί τους. Ωστόσο, η Whyte εντοπίζει μια σημαντική επιρροή του νεοφιλελευθερισμού σε ορισμένες από αυτές τις οργανώσεις.

«[Α]πό τη δεκαετία του 1970 και μετά, πολλές ΜΚΟ για τα ανθρώπινα δικαιώματα υιοθέτησαν το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Έφτασαν να βλέπουν την πολιτική ως βίαιη και καταπιεστική, ενώ θεωρούσαν την κοινωνία των πολιτών και την αγορά ως το βασίλειο της ατομικής ελευθερίας και των αμοιβαία επωφελών κοινωνικών σχέσεων», υποστηρίζει με βάση τα δεδομένα της έρευνάς της.

Άλλωστε, η ηγεμονική θέση που απέκτησε ο νεοφιλελευθερισμός στην πολιτική αντιπαράθεση για τη διαμόρφωση των μεταποικιακών κρατών είναι ένα σημείο στο οποίο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία η Whyte.

«Ο νεοφιλελευθερισμός εμφανίστηκε στα μέσα του 20ου αιώνα ως αντίδραση στην άνοδο του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού, του αντιαποικιακού εθνικισμού και της σοσιαλδημοκρατίας.

Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, όταν αυτά τα πολιτικά ρεύματα βρίσκονταν σε παρακμή, ο νεοφιλελευθερισμός άρχισε την πορεία του προς την ηγεμονία», επισημαίνει.

«Για να κατανοήσω τη σχέση μεταξύ αυτών των εξελίξεων, εξέτασα τη Γαλλία. Εστιάζοντας στην ανθρωπιστική ΜΚΟ Γιατροί Χωρίς Σύνορα (Médecins Sans Frontières – MSF), η οποία υιοθέτησε ρητά τη νεοφιλελεύθερη σκέψη σε αντίθεση με τα μετα-αποικιακά αιτήματα για παγκόσμια αναδιανομή.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, είχε γίνει κοινός τόπος ότι η χειραφετητική υπόσχεση αυτού που είχε ονομαστεί τριτοκοσμικότητα είχε καταλήξει σε αρκετά καταστροφικά σενάρια και αυταρχικά και καταπιεστικά καθεστώτα. Οι προσωπικότητες που συνδέονταν με τους MSF βασίστηκαν στο έργο του νεοφιλελεύθερου οικονομολόγου της ανάπτυξης Peter Bauer για να το εξηγήσουν αυτό και υποστήριξαν ότι μόνο μια ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς θα μπορούσε να διαφυλάξει τα ανθρώπινα δικαιώματα», αναφέρει.

Έτσι, κατά την ίδια, «τα ανθρώπινα δικαιώματα ήρθαν στο προσκήνιο εκείνη την περίοδο ως η εναλλακτική λύση στις αμαυρωμένες πλέον ουτοπίες του κομμουνισμού και του τριτοκοσμικισμού, όπως υποστήριξε ο Samuel Moyn. Αλλά περισσότερο από αυτό, ο λόγος για τα ανθρώπινα δικαιώματα έδωσε ηθική νομιμοποίηση στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα.

Οι MSF απέρριπταν με τον πιο ρητό τρόπο τις ιδέες της οικονομικής κυριαρχίας και της οικονομικής αναδιανομής. Ωστόσο, και πολλές άλλες ΜΚΟ για τα ανθρώπινα δικαιώματα ενίσχυσαν τη νεοφιλελεύθερη επίθεση στη μετα-αποικιακή κυριαρχία και υποστήριξαν το αίτημα για νέες μορφές ανθρωπιστικής παρέμβασης στα εδάφη των πρώην αποικιών», υποστηρίζει η Whyte.

«Παρά το γεγονός ότι ήταν μια ανθρωπιστική ΜΚΟ, η γαλλική ηγεσία των MSF άρχισε να προβάλλει πολύ ισχυρά οικονομικά επιχειρήματα, ιδίως κατάτης ιδέας της Νέας Διεθνούς Οικονομικής Τάξης, η οποία υποστηριζόταν από το Κίνημα των Αδεσμεύτων [των εθνών που δεν τάσσονταν ούτε με τον κομμουνιστικό κόσμο ούτε με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ].

Η ηγεσία των MSF άρχισε να ανακυκλώνει επιχειρήματα που οι νεοφιλελεύθεροι στοχαστές είχαν διατυπώσει δεκαετίες πριν, υποστηρίζοντας ότι η Δύση δεν πρέπει να πέσει θύμα της λεγόμενης “αποικιακής ενοχής”», υπογραμμίζει.

«Προσπάθησαν, επίσης, να καταρρίψουν τα επιχειρήματα μιας προηγούμενης γενιάς αντιαποικιακών στοχαστών, όπως για παράδειγμα, την περιγραφή του Frantz Fanon για το πώς ο πλούτος της Ευρώπης είχε κυριολεκτικά κλαπεί από τις πρώην αποικίες, την οποία επανέλαβε ο Jean-Paul Sartre.

O Φραντς Φανόν, ψυχίατρος και εμβληματική μορφή του αγώνα ενάντια στην αποικιοκρατία στην Αλγερία. Στο έργο του έκανε εκτεταμένη αναφορά στον τρόπο με τον οποίο η αποικιοκρατική συνθήκη διαποτίζει όχι μόνο τις υλικές συνθήκες των αποικιοκρατούμενων λαών αλλά και τη συνείδηση και τον ψυχοσυναισθηματικό τους κόσμο/Wikimedia Commons

Η ηγεσία των MSF βασίστηκε στο έργο του Bauer για να απορρίψει το επιχείρημα ότι υπήρχε σχέση μεταξύ του πλούτου της Ευρώπης και της εξαθλίωσης των πρώην αποικιών. Αυτό ήταν ζωτικής σημασίας για την απόρριψη της “αποικιακής ενοχής”», συμπληρώνει.

Νεοφιλελευθερισμός, ανθρώπινα δικαιώματα και φυλετισμός

Σύμφωνα με την έρευνα της Whyte, oι θεωρητικοί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους οποίους μελέτησε δεν έφταναν πάντα τόσο μακριά όσο οι νεοφιλελεύθεροι, ώστε να υποστηρίξουν ρητά ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι ανώτερος. Ωστόσο, όπως αναφέρει, βασίστηκαν στους νεοφιλελεύθερους στοχαστές για να αναπτύξουν αυτό που η ίδια ονομάζει «νεοφιλελεύθερα ανθρώπινα δικαιώματα», τα οποία προϋπέθεταν μία ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η προάσπιση της οικονομικής ελευθερίας αποτελούσε εχέγγυο των πολιτικών ελευθεριών. «Πολλές ΜΚΟ που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα το αποδέχθηκαν αυτό εμμέσως πλην σαφώς», τονίζει η Whyte.

Ειδικότερα, ως προς τις φυλετικές αντιλήψεις, επισημαίνει ότι «οι ΜΚΟ ήταν πιο απρόθυμες να αποδεχτούν τις ρητές φυλετικές ιεραρχίες που υπερασπίζονταν ορισμένοι νεοφιλελεύθεροι θεωρητικοί». «Ποτέ δεν έφτασαν τόσο μακριά όσο ο Mises, για παράδειγμα, ο οποίος υποστήριζε στο βιβλίο του Human Action ότι οι “καλύτερες φυλές” έχουν μια ιδιαίτερη ικανότητα για κοινωνική συνεργασία μέσω της αγοράς και, κατά συνέπεια, ότι “οι λαοί που έχουν αναπτύξει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και προσκολλώνται σε αυτό είναι από κάθε άποψη ανώτεροι από όλους τους άλλους λαούς”», διευκρινίζει.

«Ωστόσο, υποστηρίζοντας ότι η φτώχεια των μετααποικιακών εθνών ήταν αποτέλεσμα αυτό-προκαλούμενων πληγών, πολλές ΜΚΟ αποδέχθηκαν σιωπηρά έναν φυλετικό λόγο που συγκάλυπτε τους τρόπους με τους οποίους τα αποικιοκρατικά έθνη και οι υποτιθέμενες σχέσεις ελεύθερης αγοράς είχαν εξαθλιώσει τις πρώην αποικίες», συμπληρώνει.

Περί Ελευθερίας

Μελετώντας αυτούς τους ιστορικούς μετασχηματισμούς, η Whyte αναδεικνύει και τον τρόπο νοηματοδότησης της ελευθερίας στις ιδρυτικές θεμελιώσεις του νεοφιλελευθερισμού. «Η ελευθερία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί είναι η αξία που συνδέεται περισσότερο με τον νεοφιλελευθερισμό.

Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη της ελευθερίας καταλήγει σε αυτό που ο Hayek περιέγραψε ως υποταγή στα απρόσωπα αποτελέσματα της αγοράς», σημειώνει.

«Καθώς η κλασική αποικιοκρατία έφτασε στο τέλος της, ο νεοφιλελευθερισμός ασχολήθηκε περισσότερο με το να εμποδίσει την εμφάνιση μιας γνήσιας πολιτικής ελευθερίας ή αυτοδιάθεσης για τους λαούς των πρώην αποικιών. Αντίθετα, ήθελαν να διασφαλίσουν ότι οι πρώην αποικίες θα υποταχθούν σε έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας που είχε δημιουργήσει η αποικιοκρατία», εκτιμά η ίδια.

«Παρόμοια είναι τα πράγματα όταν εξετάζουμε και την ιδέα της κυριαρχίας. Οι νεοφιλελεύθεροι αντιτάχθηκαν στην ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας επί των φυσικών πόρων στις μεταποκιακές κοινωνίες, υποστηρίζοντας αντίθετα ότι οι πρώτες ύλες θα έπρεπε να ανήκουν σε όποιον ήταν σε θέση να τις αγοράσει στην ελεύθερη αγορά», αναφέρει.

Ο «μεταλλαγμένος νεοφιλελευθερισμός»

Η Whyte υποστηρίζει ότι η περίοδος του Τραμπ σηματοδοτεί ένα είδος «μεταλλαγμένου νεοφιλελευθερισμού». Κατά την ίδια, πρόκειται για μια αλλαγή από το νεοφιλελευθερισμό του Κλίντον στις Ηνωμένες Πολιτείες και των Εργατικών του Τρίτου Δρόμου στο Ηνωμένο Βασίλειο, που συνδύαζε μια κοινωνικά προοδευτική ατζέντα με την οικονομία της ελεύθερης αγοράς. «Αυτή η προσέγγιση εκτοπίστηκε όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και στην Ινδία, τη Βραζιλία και την Ουγγαρία από ένα πολύ πιο ρητά αντιδραστικό, ρατσιστικό και κοινωνικά συντηρητικό στυλ νεοφιλελευθερισμού», επισημαίνει η ίδια.

«Ωστόσο, αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία του νεοφιλελευθερισμού, γίνεται σαφές ότι αυτά τα φαινομενικά νέα θέματα – που υποστηρίζουν είτε την ανωτερότητα της “Δύσης”, είτε μια πολιτισμική ή φυλετική ιεραρχία– είχαν πάντα μια θέση-κλειδί στη νεοφιλελεύθερη κοσμοθεωρία», συμπληρώνει.

Παρ’ όλα αυτά, όπως λέει, «σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη ένας πραγματικός μετασχηματισμός». «Άνθρωποι όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Ρόναλντ Ρήγκαν ακόμη και ο Τόνι Μπλερ, κατάφεραν να παρουσιάσουν τον νεοφιλελευθερισμό ως μια ουτοπική υπόσχεση. Υπήρχε η αίσθηση ότι θα οδηγούσε σε ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό έχει αμαυρωθεί βαθύτατα από τις παγκόσμιες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις, την πανδημία COVID-19 και την εξελισσόμενη κλιματική καταστροφή».

«Αν και πιστεύω ότι βλέπουμε μια αλλαγή, ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα βαθιά επίμονο σύνολο ιδεών και πρακτικών. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει εισχωρήσει βαθιά στη χάραξη πολιτικής και στις υποκειμενικότητές μας», υπογραμμίζει.

«Η πρόκληση, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι να πείσουμε τους ανθρώπους να πιστέψουν στην ιδέα ότι μια συλλογική διαδικασία κοινωνικής αλλαγής θα μπορούσε να τους προσφέρει περισσότερα από τις εξατομικευμένες διαδικασίες αυτό-επένδυσης. Αυτό είναι ένα μεγάλο ζητούμενο και απαιτεί να μετασχηματίσουμε όχι μόνο τον τρόπο που σκεφτόμαστε αλλά και την υλική πραγματικότητα που ο νεοφιλελευθερισμός έφερε σε παγκόσμια κλίμακα», καταλήγει η Whyte.

[1] Chantal Mouffe, Το δημοκρατικό παράδοξο, μτφ. Α. Κιουπκιόλης, Πόλις, Αθήνα, 2004.

Το άρθρο παρουσιάζει τη συνέντευξη της Jessica Whyte στην Αngela Smith για το περιοδικό Jacobin, που δημοσιεύτηκε στις 8 Οκτωβρίου 2021.