Εντγκάρντο Λάντερ: Οι πηγές της κρίσης στη Βενεζουέλα και η «χωρίς προϋποθέσεις αλληλεγγύη» της Αριστεράς




Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα La Diaria, λίγες μέρες πριν από τα βίαια επεισόδια που ξέσπασαν στη Βενεζουέλα, o κοινωνιολόγος Εντγκάρντο Λάντερ [Εdgardo Lander], καθηγητής στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο της Βενεζουέλας και μέλος του ερευνητικού κέντρου Transnational Center, αναλύει τις πηγές της κρίσης που βιώνει η χώρα και τα χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης Μαδούρο. O Λάντερ, όντας ο ίδιος πολιτικός ακτιβιστής και συμμετέχοντας στους κοινωνικούς αγώνες της χώρας του, θεωρεί βαθιά προβληματική την «άκριτη αλληλεγγύη» της λατινοαμερικάνικης και ευρωπαϊκής Αριστεράς στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας, ενώ ήδη από το παρελθόν έχει ασκήσει κριτική στην οικονομική εξάρτηση της χώρας από το πετρέλαιο.


Συνέντευξη στη Natalia Uval


edgardo-landerΠριν τρία χρόνια, χαρακτηρίσατε την κατάσταση στη Βενεζουέλα ως «διάρρηξη του πετρελαϊκού εισοδηματικού μοντέλου». Πιστεύετε ότι αυτή η ανάλυση ισχύει και για την παρούσα κατάσταση;

Δυστυχώς, τα προβλήματα με την τελμάτωση του πετρελαϊκού εισοδηματικού μοντέλου έχουν επιδεινωθεί. Η Βενεζουέλα διέθετε μια πετρελαϊκή βιομηχανία για 100 χρόνια, μαζί με κρατικές πολιτικές που περιστρέφονταν γύρω από τη διανομή των εισοδημάτων από το πετρέλαιο. Το γεγονός αυτό εδραίωσε όχι μόνο ένα μοντέλο οργάνωσης του κράτους και των κομμάτων, αλλά και μια πολιτική κουλτούρα που αναπαριστούσε τη Βενεζουέλα ως μια πλούσια χώρα, γεμάτη από φυσικούς πόρους.

Συνοδεύτηκε, ταυτόχρονα, από μια νοηματοδότηση της πολιτικής δράσης ως μορφής οργάνωσης προκειμένου να εξασφαλιστεί κάτι από το κράτος. Αυτό είναι μια μόνιμη λογική. Στη Μπολιβαριανή διαδικασία, και παρά τις δημόσιες τοποθετήσεις περί του αντιθέτου, αυτή η λογική εντατικοποιήθηκε. Από οικονομική σκοπιά, αυτές οι πολιτικές ενίσχυσαν μια αποικιακή ένταξη της Βενεζουέλας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η κατάρρευση των τιμών πετρελαίου αποκάλυψε απλώς κάτι που είναι δεδομένο: ότι μια χώρα βασίζεται εξολοκλήρου σε ένα προϊόν, του οποίου οι τιμές παρουσιάζουν διαρκείς διακυμάνσεις.

Οι κριτικές για την κατάσταση της δημοκρατίας στη Βενεζουέλα έχουν αυξηθεί από την εποχή που ο Νικολάς Μαδούρο έγινε Πρόεδρος. Για ποιο λόγο; Πώς συγκρίνετε την παρούσα συνθήκη με το κλίμα που επικρατούσε υπό τη διακυβέρνηση του Ούγκο Τσάβες;

Πρώτον, χρειάζεται να δώσουμε προσοχή σε αυτό που συνέβη κατά τη μετάβαση από τον Τσάβες στον Μαδούρο. Είμαι της άποψης ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα ξεκίνησαν να δημιουργούνται ήδη υπό την προεδρία του Τσάβες.

Οι αριστερές αναλύσεις που παρουσιάζουν την εποχή του Τσάβες ως μια ένδοξη περίοδο, όπου όλα λειτουργούσαν ομαλά, μέχρι που εμφανίστηκε ξαφνικά ο ανίκανος ή προδότης Μαδούρο, είναι υπερβολικά μανιχαϊστικές και δεν μας επιτρέπουν να δούμε τις δομικές παραμέτρους που οδήγησαν στην παρούσα κρίση.

Η πολιτική διαδικασία στη Βενεζουέλα, για να μιλήσω κάπως σχηματικά, βασιζόταν σταθερά σε δύο θεμελιακούς άξονες: πρώτον στην εξαιρετικά μεγάλη ικανότητα του Τσάβες να επικοινωνεί με τους ανθρώπους και να αντιπροσωπεύει μια ηγετική μορφή – παράγοντες που κινητοποίησαν μια μεγάλη κοινωνική δυναμική. Και δεύτερον, στις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες έφτασαν πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι.

Περίπου ταυτόχρονα, το 2013, και οι δύο αυτοί άξονες κατέρρευσαν. Ο Τσάβες πέθανε και οι τιμές του πετρελαίου «γκρεμίστηκαν». Ο αυτοκράτορας έμεινε γυμνός. Είναι σαφές ότι όλη η διαδικασία ήταν εύθραυστη, καθώς βασιζόταν σε πράγματα στα οποία δεν μπορούσε πλέον να στηριχθεί. Επιπλέον, υπάρχουν κρίσιμες διαφορές ανάμεσα στο ηγετικό ύφος του Τσάβες και αυτό του Μαδούρο. Ο Τσάβες ήταν ένας ηγέτης που είχε την ικανότητα να δίνει μια κατεύθυνση. Eίχε επίσης εξαιρετική δύναμη μέσα στην κυβέρνηση, οπότε όταν αποφάσιζε να κάνει κάτι, ανάλογη ήταν και η απόφαση της κυβέρνησης. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μια απουσία διαλόγου και σε πολλά λάθη, αλλά την ίδια στιγμή παρήγαγε ενωτική και προσανατολισμένη στον στόχο δράση. Ο Μαδούρο δεν έχει αυτές τις ικανότητες και ποτέ δεν τις είχε. Σήμερα, στην κυβέρνηση ο καθένας τραβάει τη δική του γραμμή.

Από την άλλη πλευρά, κατά τη διακυβέρνηση του Μαδούρο αυξήθηκε η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας. Ο Μαδούρο δεν προέρχεται από τον στρατό, οπότε προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων χρειάστηκε να τις εντάξει περισσότερο μέσα στη λειτουργία του κράτους και να τους δώσει προνόμια. Δημιουργήθηκαν επιχειρήσεις ιδιοκτησίας του στρατού. Σήμερα, αξιωματικοί του στρατού είναι επικεφαλής στο ένα τρίτο των κυβερνητικών υπουργείων και στις μισές τοπικές κυβερνήσεις.

Είναι υπεύθυνοι για κρίσιμα χαρτοφυλάκια όπου έχουν σημειωθεί υψηλά επίπεδα διαφθοράς: κατανομή ξένου συναλλάγματος, λιμάνια, διανομή φαγητού. Το γεγονός ότι αυτοί οι τομείς είναι υπό στρατιωτικό έλεγχο καθιστά ακόμα πιο δύσκολο για τους ανθρώπους να μάθουν τι πραγματικά συμβαίνει.

maduro
O πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, συνοδευόμενος από στρατιωτικούς και μέλη της κυβέρνησής του

Τι συμβαίνει με τον παράγοντα της κοινωνικής κινητοποίησης που ενθάρρυνε η Μπολιβαριανή κυβέρνηση;

Σήμερα στη Βενεζουέλα βλέπουμε το «ξήλωμα» του κοινωνικού ιστού. Υπήρξε μια εξαιρετικά πλούσια εμπειρία στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης, της οργάνωσης κινημάτων βάσης, κινημάτων για την περίθαλψη, τις τηλεπικοινωνίες, τα δικαιώματα στην αστική γη και τον αλφαβιστισμό, στα οποία ενεπλάκησαν εκατομμύρια άνθρωποι και τα οποία γενίκευσαν μια κουλτούρα εμπιστοσύνης, αλληλεγγύης και αίσθησης ότι μπορούμε να καθορίσουμε το μέλλον μας. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι στη στιγμή της κρίσης οι άνθρωποι θα απαντούσαν συλλογικά. Όμως δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Περιγράφω, βέβαια, την κατάσταση σε αδρές γραμμές. Υπάρχουν χώροι με μεγαλύτερη ικανότητα για συλλογική οργάνωση. Αλλά με γενικούς όρους, είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι αντιδρούν με όρους περισσότερο ανταγωνιστικούς και ατομοκεντρικούς. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι ο συλλογικός αγώνας θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επιτευχθεί.

Για ποιο λόγο τα κινήματα από τα κάτω δεν μπόρεσαν να κρατηθούν;

Από την αρχή, όλη η διαδικασία έφερε στο εσωτερικό της μια πολύ σοβαρή αντίφαση. Αυτή ήταν μια αντίφαση ανάμεσα στην προσέγγιση των κινημάτων βάσης ως μιας μορφής αυτό-οργάνωσης και δημοκρατικού ελέγχου, μιας ύφανσης του κοινωνικού ιστού από τα κάτω προς τα πάνω από τη μια πλευρά, και από την άλλη το γεγονός ότι αυτές οι οργανώσεις ήταν προϊόν δημόσιων πολιτικών και προωθήθηκαν από τα πάνω, από το κράτος.

Αυτή η αντίφαση επέδρασε με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε εγχείρημα. Εκεί όπου υπήρχε μια προγενέστερη εμπειρία οργάνωσης και ισχυρές συλλογικές ηγεσίες, υπήρχε και η ικανότητα αντιπαράθεσης με το κράτος. Όχι για να το απορρίψουν, αλλά για να διαπραγματευτούν μαζί του.

Επιπλέον, από το 2015, πραγματοποιήθηκε μια μετάβαση της μπολιβαριανής διαδικασίας από κάτι πολύ ανοιχτό, από την αναζήτηση ενός κοινωνικού μοντέλου διακριτού από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και από το σοβιετικό μοντέλο, σε κάτι που αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστικό αλλά ήταν πρωτίστως κρατιστικό.

Η Κούβα άσκησε μεγάλη ιδεολογικο-πολιτική επιρροή σε αυτόν τον μετασχηματισμό. Έτσι λοιπόν, οι οργανώσεις αυτές άρχισαν να γίνονται αντιληπτές ως όργανα που καθοδηγούνται από τα πάνω και άρχισε να διαμορφώνεται μια σταλινική κουλτούρα όσον αφορά τη λαϊκή οργάνωση. Ήταν, προφανώς, ένα γεγονός που αποδυνάμωσε πολύ την οργάνωση από τα κάτω.

Πώς κρίνετε τη σημερινή κατάσταση από την πλευρά του σεβασμού των δημοκρατικών δικαιωμάτων;

Είναι εμφανές ότι η κατάσταση είναι πολύ πιο σοβαρή υπό τη διακυβέρνηση του Μαδούρο. Είναι πιο σοβαρή γιατί η κυβέρνηση έχει χάσει ένα τεράστιο μέρος της νομιμοποίησής της και ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων την εγκαταλείπει. Η αντιπολίτευση έχει αναπτυχθεί σημαντικά.

Η κυβέρνηση έλεγχε όλα τα επίπεδα της δημόσιας εξουσίας, μέχρι που έχασε την πλειοψηφία στην Εθνική Συνέλευση από την αντιπολίτευση, τον Δεκέμβριο του 2015. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να λειτουργεί με ολοένα και πιο αυταρχικούς όρους. Στην αρχή, αρνήθηκε να αναγνωρίσει την κατανομή των εδρών στην Εθνική Συνέλευση, αμφισβητώντας τα αποτελέσματα σε μια πολιτεία όπου κέρδισε η αντιπολίτευση, επικαλούμενη ένα τεχνικό ζήτημα. Στη συνέχεια αρνήθηκε να αναγνωρίσει συνολικά την Εθνική Συνέλευση. Από την πλευρά της κυβέρνησης του Μαδούρο η Εθνική Συνέλευση δεν υφίσταται, είναι παντελώς παράνομη.

Πριν από λίγους μήνες, όταν έληξε η θητεία των μελών του Εθνικού Εκλογικού Συμβουλίου (CNE), τo Ανώτατο Δικαστήριο παρέκαμψε την Εθνική Συνέλευση και όρισε όλα τα μέλη του Εθνικού Εκλογικού Συμβουλίου – και όλοι όσοι όρισε ήταν φυσικά τσαβιστές. Στην αρχή της χρονιάς, ο Μαδούρο έπρεπε να παρουσιάσει έναν απολογισμό της διακυβέρνησής του για τη χρονιά που πέρασε, και καθώς ίδιος δεν αναγνωρίζει την Εθνική Συνέλευση, τον παρουσίασε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το ίδιο συνέβη και με τον προϋπολογισμό.

%ce%b5%ce%b8%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ad%ce%bb%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7
Η Εθνική Συνέλευση της Βενεζουέλας

Η αντιπολίτευση ξεκίνησε μια συνταγματική διαδικασία για την ανάκληση του Μαδούρο από την προεδρία. Ακολούθησε όλα τα αναγκαία βήματα και μέχρι τον Νοέμβριο είχε συγκεντρώσει αρκετές υπογραφές ώστε να πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο παρενέβη και ανέβαλε το δημοψήφισμα, γεγονός που ισοδυναμούσε με το να το «σκοτώσει»: πολύ απλά δεν θα υπάρξει αυτή τη στιγμή δημοψήφισμα ανάκλησης.

Το Σύνταγμα προβλέπει ότι τον Δεκέμβριο της προηγούμενης χρονιάς έπρεπε να διεξαχθούν εκλογές για τους τοπικούς κυβερνήτες, και πάλι η κυβέρνηση τις ανέβαλε επ’ αόριστον. Βρισκόμαστε, επομένως, σε μια κατάσταση όπου όλη η εξουσία είναι συγκεντρωμένη στο εκτελεστικό επίπεδο, δεν λειτουργεί η νομοθετική Εθνική Συνέλευση, και ο Μαδούρο μπορεί να κυβερνήσει ακόμα μια χρονιά με διατάγματα, σε ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Στο τέλος της χρονιάς, η Εθνική Συνέλευση καλείται να ψηφίσει για την επέκταση αυτού του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.

Είμαστε πολύ μακριά από μια κατάσταση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δημοκρατική πρακτική. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίδραση των μίντια και της αντιπολίτευσης γίνεται όλο και πιο βίαιη, και η κυβέρνηση, όντας αδύναμη να λειτουργήσει διαφορετικά, απαντά με καταστολή των διαδηλώσεων και με συλλήψεις πολιτικών κρατουμένων. Χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να παραμείνει στην εξουσία.

Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτής της κατάστασης;

Θα έλεγα ότι υπάρχουν τρία εξαιρετικά ανησυχητικά πράγματα για το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο διάστημα.

Πρώτον, ο παραγωγικός ιστός της κοινωνίας έχει καταστραφεί και θα χρειαστεί πολύ μεγάλο διάστημα για την αποκατάστασή του.

Πρόσφατα, αποφασίστηκε με προεδρικό διάταγμα η παραχώρηση έκτασης 112.000 km2 του δάσους του Αμαζονίου σε πολυεθνικές εξορυκτικές εταιρίες. Είναι μια περιοχή στην οποία ζουν δέκα διαφορετικοί ιθαγενικοί πληθυσμοί και επίσης εκεί βρίσκονται οι βασικές πηγές υδροδότησης της χώρας.

venezuela-amazon
Περιβαλλοντικές οργανώσεις και ιθαγενικά κινήματα έχουν αναδείξει τους κινδύνους της εκχώρησης μιας τεράστιας έκτασης του Αμαζονίου σε εξορυκτικές εταιρίες από τη Βενεζουέλα

Δεύτερον, το μέγεθος της κρίσης «ξηλώνει» τον κοινωνικό ιστό, και ως κοινωνία είμαστε σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι πριν τη διακυβέρνηση του Τσάβες. Αυτό που λέω είναι ένα σκληρό πράγμα, αλλά αυτή είναι πραγματικά η κατάσταση που ζει η χώρα.

Τρίτον, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης που σημειώθηκε στο επίπεδο της υγείας και της διατροφής, έχει πλέον αναχαιτιστεί. Η κυβέρνηση έχει σταματήσει να δίνει στη δημοσιότητα επίσημες στατιστικές, οπότε πρέπει να στηριχτούμε στις στατιστικές των επιχειρήσεων και ορισμένων πανεπιστημίων. Αυτές οι στατιστικές, όμως, δείχνουν ότι υπάρχει μια συστηματική απώλεια σωματικού βάρους του πληθυσμού της Βενεζουέλας, περίπου της τάξης των έξι κιλών ανά άνθρωπο. Και αυτό, φυσικά, έχει σημαντικές συνέπειες όσον αφορά τον παιδικό υποσιτισμό, καθώς και άλλες μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Συνοψίζοντας, όλα αυτά επηρεάζουν πολύ σοβαρά την πεποίθηση των ανθρώπων ότι η κοινωνική αλλαγή είναι εφικτή. Η ιδέα του σοσιαλισμού, των εναλλακτικών, έχει δεχθεί πλήγμα στη Βενεζουέλα. Αντίθετα, έχει ενισχυθεί η πεποίθηση ότι οτιδήποτε σχετίζεται με τον δημόσιο τομέα είναι εξ ορισμού αναποτελεσματικό ή διεφθαρμένο. Αυτή η εξέλιξη είναι μια καταστροφή.

Πώς αξιολογείτε τις αντιδράσεις της διεθνούς Αριστεράς, και ειδικά της λατινοαμερικάνικης Αριστεράς απέναντι σε όσα συμβαίνουν στη Βενεζουέλα;

Θεωρώ ότι ένα από τα προβλήματα που κουβαλάει ιστορικά η Αριστερά είναι η υπερβολικά μεγάλη δυσκολία της να μάθει από την εμπειρία. Για να μάθεις από την εμπειρία είναι απολύτως αναγκαίο να στέκεσαι κριτικά απέναντι σε αυτό που συμβαίνει και στο γιατί συμβαίνει.

Γνωρίζουμε, φυσικά, όλοι για τη στάση των Κομμουνιστικών Κομμάτων στις φρικαλεότητες του σταλινισμού. Δεν υπήρχε έλλειψη πληροφόρησης. Δεν είναι ότι μάθαμε για τα εγκλήματα του Στάλιν αφού συνέβησαν. Αυτή η συνενοχή έχει να κάνει περισσότερο με ένα κριτήριο που λέει ότι επειδή κάποιος είναι αντι-ιμπεριαλιστής, επειδή αντιπαρατίθεται στον ιμπεριαλισμό, θα κάνουμε τα στραβά μάτια όταν σκοτώνει τόσο κόσμο, δεν θα μιλήσουμε γι’ αυτό.

Πιστεύω ότι μια τέτοια κατανόηση της αλληλεγγύης ως «αλληλεγγύης χωρίς προϋποθέσεις» –απλώς επειδή υπάρχει ένας αριστερός λόγος, ή επειδή υιοθετούνται αντι-ιμπεριαλιστικές θέσεις, ή επειδή γεωπολιτικά εκφράζεται μια αντιπαράθεση με κυρίαρχους τομείς του παγκόσμιου συστήματος– μας απομακρύνει από μια κριτική εξέταση των διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα.

Γενικεύεται, έτσι, μια αλληλεγγύη τυφλή, χωρίς κριτική, που έχει δύο πλευρές: όχι απλώς δεν κάνω κριτική, αλλά θεωρώ και θετικά πολλά από τα πράγματα που τελικά έχουν πολύ αρνητικές συνέπειες. Ο λεγόμενος «υπερ-ηγετισμός» του Τσάβες ήταν εμφανής από την αρχή. Ή το εξορυκτικό παραγωγικό μοντέλο. Αυτό που η Αριστερά γνωρίζει σήμερα για το εξορυκτικό μοντέλο, το ήξερε και πολλά χρόνια πριν. Για ποιο λόγο λοιπόν δεν θέτουμε ανοιχτά αυτά τα θέματα, ώστε να μπορέσουμε να τα επεξεργαστούμε κριτικά και να προτείνουμε τρόπους να προχωρήσουμε;

Δεν πρέπει η ευρωπαϊκή Αριστερά να μας πει πώς να διαχειριστούμε την επανάσταση, αλλά ούτε χρειαζόμαστε μια άνευ όρων άκριτη υποστήριξη που δικαιολογεί τα πάντα. Μια υποστήριξη που λέει ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν είναι πολιτικοί κρατούμενοι, ότι η επιδείνωση της οικονομίας είναι αποτέλεσμα του οικονομικού πολέμου και της δράσης της διεθνούς Δεξιάς. Η επίθεση της Δεξιάς είναι, φυσικά, ένας παράγοντας-κλειδί, αλλά προφανώς δεν αρκεί για να εξηγήσει το βάθος της κρίσης που βιώνουμε.

Η λατινοαμερικάνικη Αριστερά, για παράδειγμα, έχει μεγάλη ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση στην Κούβα. Κατά την διάρκεια της μεγάλης περιόδου του οικονομικού εμπάργκο, η Αριστερά θεωρούσε ότι δεν πρέπει να ασκεί κριτική στην Κούβα, αλλά αυτή η στάση οδηγούσε στην αδυναμία κριτικού αναστοχασμού πάνω στην κατάσταση της κουβανικής κοινωνίας και στη δημιουργία δυνατοτήτων διαλόγου για το πώς να προχωρήσουμε μπροστά.

Για ένα μεγάλο μέρος του κουβανικού πληθυσμού, το γεγονός ότι είχε φτάσει σε ένα αδιέξοδο ήταν εμφανές σε ατομικό επίπεδο, όμως, η κουβανική κυβέρνηση δεν επέτρεπε να εκφραστεί κάτι τέτοιο. Η λατινοαμερικάνικη Αριστερά έκανε σαν να μην συμβαίνει τίποτα και δεν συνεισέφερε κάτι παρά μόνο αλληλεγγύη χωρίς προϋποθέσεις.

Η πιο ακραία περίπτωση είναι το να ισχυρίζεται κανείς ότι η κυβέρνηση της Νικαράγουας είναι επαναστατική και συμμαχική της Αριστεράς, τη στιγμή που πρόκειται για μια κυβέρνηση μαφιόζων, απολύτως διεφθαρμένη, και από τη σκοπιά των δικαιωμάτων των γυναικών αντιπροσωπεύει ένα από τα πιο αυταρχικά καθεστώτα στη Λατινική Αμερική. Είναι σε απόλυτη συνεργασία με διεφθαρμένους τομείς της αστικής τάξης και με τα ανώτατα κλιμάκια της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία στο παρελθόν αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς της επανάστασης στη Νικαράγουα.

Πώς μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο; Το ότι ενισχύονται οι πιο αρνητικές τάσεις που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί; Κι όμως, δεν μαθαίνουμε. Αν, όμως, προσεγγίσουμε τον αγώνα για έναν αντι-καπιταλιστικό μετασχηματισμό όχι σαν κάτι «τοπικό», προς το οποίο θα ταχθούμε απλώς αλληλέγγυοι, αλλά ως έναν συλλογικό αγώνα που μας εμπλέκει όλους, τότε γίνεται εμφανές ότι τα λάθη που κάνουμε έχουν επίπτωση σε όλους και ότι έχουμε ευθύνη να τα επισημαίνουμε και να μαθαίνουμε από την εμπειρία, ώστε να μην επαναλάβουμε το ίδιο λάθος.

venezuela-prot
Εικόνα από τις διαδηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων στη Βενεζουέλα

Αλλά δεν έχουμε αναπτύξει την ικανότητα να μαθαίνουμε, γιατί όταν το βενεζουελάνικο μοντέλο ξαφνικά καταρρέει, εμείς κοιτάμε από την άλλη. Και αυτού του είδους η αλληλεγγύη, αυτού του είδους ο διεθνισμός και αυτή η πολιτικο-διανοητική στάση ευθύνης, είναι καταστροφικά.

Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι η Αριστερά τηρεί αυτή τη στάση;

Θεωρώ ότι σχετίζεται εν μέρει με το γεγονός ότι η Αριστερά δεν έχει ξεφύγει από έναν μονοδιάστατο τρόπο σκέψης αναφορικά με αυτό που διακυβεύεται. Αν θεωρούμε ότι αυτό που διακυβεύεται είναι αποκλειστικά το ταξικό ζήτημα και ο αντι-ιμπεριαλισμός, το προσεγγίζουμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Όμως χρειάζεται να σκεφτούμε τους μετασχηματισμούς που συμβαίνουν σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τους προαναφερόμενους παράγοντες, όσο και μια κριτική φεμινιστική σκοπιά και νέους τρόπους σύνδεσης με το περιβάλλον· ή να σκεφτούμε τη δημοκρατία όχι ως αστική δημοκρατία, αλλά ως κάτι που χρειάζεται να διευρυνθεί και να βαθύνει.

Χρειάζεται να προσεγγίσουμε τον μετασχηματισμό ως κάτι πολυδιάστατο, γιατί η κυριαρχία είναι πολυδιάστατη. Για ποιο λόγο αυτή η άκριτη υποστήριξη σε αριστερές κυβερνήσεις που βάζουν σε δεύτερο πλάνο τα δικαιώματα των ιθαγενικών πληθυσμών, τις γυναίκες ή το περιβάλλον; Όταν υιοθετούμε μια τέτοια στάση, καταλήγουμε σε μια εντελώς μονολιθική ιδέα για το τι συνιστά αντι-καπιταλιστικό μετασχηματισμό, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με την οποία είμαστε αντιμέτωποι σήμερα.

Και ποιο είναι το όφελος του να απελευθερωθούμε από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό αν καταλήξουμε να διαμορφώσουμε μια πανομοιότυπη σχέση με την Κίνα; Αυτό είναι ένα πρόβλημα πολιτικό, ιδεολογικό, και ίσως διαγενεακό, που τίθεται για τους ανθρώπους που βλέπουν την παρούσα κατάσταση ως την τελευταία τους ευκαιρία σε μια εναλλακτική κοινωνία, και αντιστέκονται στο να παραδεχτούν ότι απέτυχε.

H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα La Diaria, στις 23 Μαρτίου 2017.

Μετάφραση: Βασιάννα Κωνσταντοπούλου

Διαβάστε επίσης:

Σε υποχώρηση το κύμα των προοδευτικών κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική

Γιατί η δημοκρατία στη Λατινική Αμερική φαίνεται ασταθής;