Η σκιά της Θάτσερ, το ερωτηματικό των Εργατικών και η επόμενη ημέρα του Brexit




Το βρετανικό δημοψήφισμα απέδειξε –για δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο στην Ευρώπη– πως στα δημοψηφίσματα δεν κερδίζει εκείνος που έχει το μεγαλύτερο ποσοστό, άλλα η πλευρά που έχει σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Το κρίσιμο δεν ήταν οι αποφάσεις του Φάρατζ και του Τζόνσον, την επαύριο του δημοψηφίσματος, να μην διεκδικήσουν κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα. Βασικό στοιχείο που κυριάρχησε στο πολιτικό προσωπικό που στήριξε το Brexit ήταν η εκ του ασφαλούς πλειοδοσία πάνω στο πτώμα μιας εργατικής τάξης, της οποίας η πολιτική εκπροσώπηση επί πολλές δεκαετίες είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μια εκσυγχρονιστική νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία και σε μια παραδοσιακή συντηρητική και αντι-παρεμβατική Δεξιά.


Του Στέλιου Φωτεινόπουλου


Είναι αλήθεια ότι η Μ. Βρετανία είχε παραδοσιακά αντι-ευρωπαϊκά κοινωνικά ρεύματα, ήδη από την δεκαετία του ’70. Αυτά τα κοινωνικά ρεύματα ήταν είτε ευρωφοβικά εν γένει, διατηρώντας τη φοβία για οτιδήποτε θα ρευστοποιούσε τη βρετανική ισχύ στο διεθνές εμπόριο και την εξωτερική της πολιτική μέσα σε έναν υπερεθνικό σχηματισμό όπως η ΕΟΚ, είτε ήταν εργατικά, τα οποία έβλεπαν την Ευρωπαϊκή ενοποίηση ως περαιτέρω εμβάθυνση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Το ερώτημα, ωστόσο, στο οποίο απάντησε η πλειοψηφία της καμπάνιας του Brexit δεν αφορούσε την ήττα του νεοφιλελευθερισμού, άλλα την επαναφορά της εθνικής κυριαρχίας. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ενας ψαράς, ερωτηθείς από το Sky News μερικές μέρες πριν από το δημοψήφισμα για τον λόγο που θα ψηφίσει υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, είχε πει ότι έξω από την ΕΕ θα έχει δικαίωμα στην υπεραλιεία, πράγμα το οποίο η ΕΕ το απαγορεύει για περιβαλλοντικούς λόγους.

Το ταξικό ζήτημα στην ολότητά του, όμως, δεν μπήκε καν στα εργατικά στρώματα που ψήφισαν υπέρ της εξόδου. Η κυρίαρχη καμπάνια του Brexit περιορίστηκε στην γενικόλογη και χωρίς πρόσημο κριτική της στις Βρυξέλλες, μιας και το διεθνές πεδίο των καπιταλιστικών αντιφάσεων είναι πάντα πιο ξεκάθαρο από το εθνικό.

Ως εκ τούτου, η πίεση που ώθησε τον Κάμερον να οργανώσει το δημοψήφισμα δεν ήταν ούτε η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, ούτε η λιτότητα (η οποία στην περίπτωση της Μ. Βρετανίας είναι πολυετής και εντασσόμενη σε μια εθνική αφήγηση που μιλάει για την ισχυρή Βρετανία, χωρίς μάλιστα την νεοφιλελεύθερη συνεισφορά της ΕΕ). Ήταν το προσφυγικό και η αυξανόμενη ξενοφοβία.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το δόλωμα τσίμπησε και η ηγεσία των Εργατικών πριν τις τελευταίες εκλογές του 2015, όταν και πωλούσαν κούπες του κόμματος με το σύνθημα “Έλεγχο στη μετανάστευση”.  Έτσι, στο στρατόπεδο του Brexit, δεν έγινε ποτέ ηγεμονική η γραμμή που μιλούσε για την ανάγκη ήττας της λιτότητας ή για αναδιανομή του πλούτου. Η κοινωνία, σε ένα πρελούδιο του 1984, όπου η Θάτσερ ζήτησε και κέρδισε από την ΕΕ να μειώσει δραστικά τα βρετανικά χρήματα που έστελνε στα Ευρωπαϊκά Ταμεία, κατέληξε να ζητάει επιστροφή των βρετανικών χρημάτων από την ΕΕ, χωρίς να επερωτά τη μετέπειτα διανομή τους.

Το ερωτηματικό των Εργατικών

Ακριβώς επειδή η διαχωριστική γραμμή που τράβηξε το ερώτημα για την ΕΕ ήταν διακομματική (2/3 των Συντηρητικών και 1/3 των Εργατικών ψήφισε υπέρ του Brexit), τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος κατάφεραν να μετακινήσουν διακομματικά τις πλάκες της βρετανικής πολιτικής σκηνής. Η βρετανική κοινωνία αλλάζει και μαζί με αυτή αλλάζουν οι κοινωνικές εκπροσωπήσεις, τα πολιτικά υποκείμενα και η ανθρωπογεωγραφία τους.

Ο ίδιος ο Ραλφ Μίλιμπαντ, μαρξιστής καθηγητής και κεντρική προσωπικότητα της Αριστερής τάσης των Εργατικών για όσο ζούσε, τροφοδοτούμενος από τον ακαδημαϊκό και πολιτικό του διάλογο περί κράτους και δομών με τον Ν. Πουλαντζά, ήδη από την δεκαετία του 1970, πίστευε ότι οι δομές μπορούν να μετασχηματίσουν τον χαρακτήρα τους ανάλογα με το ποιος εργάζεται και λειτουργεί μέσα τους. Άσχετα με το αν συμφωνώ ή διαφωνώ (εν μέρει διαφωνώ), o Κόρμπιν θα έχει δύσκολη αποστολή.

Σερνόμενος από την μετριοπαθή μπλερική κοινοβουλευτική του ομάδα σε μια εσωκομματική διαδικασία, που βυθίζει τους Εργατικούς σε εσωστρέφεια για τους επόμενους 2 μήνες, πρέπει να απαντήσει πώς θα μεταφέρει το κίνημα που υποστηρίζει την αριστερή πλατφόρμα του μέσα στο κόμμα.  Στελέχη του μιλούν για την στρατηγική “μέσα-έξω”, υπονοώντας ότι θα δοθεί ουσιαστικός ρόλος στα συνδικάτα και στα κινήματα.

Μια βόλτα από τα κεντρικά γραφεία των Εργατικών –ένα χιλιόμετρο μακριά από το Βρετανικό Κοινοβούλιο– και από τα κεντρικά γραφεία της Καμπάνιας του Κόρμπιν στο κεντρικό Λονδίνο, δημιουργούν εντελώς διαφορετικές εντυπώσεις. Από την μια, η συσσωρευμένη πολυετής κομματική γραφειοκρατία, αρκετές μόνιμες διοικητικές θέσεις και όργανα τα οποία ελέγχονται από το δεξιό μπλερικό στάτους, που νιώθουν εμφανώς άβολα με τη ραγδαία αύξηση των μελών (από 180.000 σε περίπου 500.000) και την αυξανόμενη δημοφιλία της πλατφόρμας του Κόρμπιν.

Εντελώς διαφορετική η εικόνα στην καμπάνια του Κόρμπιν, όπου οι κομματικές δομές δεν φαίνονται να έχουν ιδιαίτερη επιρροή. Εδώ τα χιλιάδες νέα μέλη είναι ευπρόσδεκτα, οι συζητήσεις είναι ιδιαίτερα ζωντανές σχετικά με το πώς θα δημιουργηθούν αντι-δομές που θα μπορέσουν να πετύχουν την μετατόπιση της κομματικής γραφειοκρατίας.

Όλα τα δωμάτια είναι γεμάτα από ομάδες που συνεδριάζουν ασταμάτητα, ενώ άλλες ομάδες μελών είναι στον δρόμο, σε εργασιακούς χώρους, σε πανεπιστήμια και σε δημόσιες υπηρεσίες, όπου οργανώνουν την καμπάνια.

Δύο κινήσεις εκ μέρους του Κόρμπιν επιχειρούν να ενισχύσουν τη δημοκρατία στο κόμμα και να ασκήσουν πίεση στη συντηρητική δομή του. Από την μια η συγκρότηση του Momentum, μιας αντι-δομής εθνικής εμβέλειας, όπου από την εκλογή του Κόρμπιν και ύστερα είναι ουσιαστικά το κινηματικό κομμάτι του κόμματος, έχει ισχυρή γείωση σε συγκεκριμένες περιφέρειες, καθώς και ισχυρή παρουσία στις τοπικές οργανώσεις των Εργατικών.

Η δεύτερη κίνηση, η οποία είναι σε εξέλιξη εκ μέρους της σημερινής ηγεσίας, είναι η αλλαγή της διαδικασίας επιλογής των υποψηφίων Βουλευτών. Αυτό που σχεδιάζεται είναι το να γίνει υποχρεωτική η συμφωνία της τοπικής οργάνωσης των Εργατικών, προκειμένου κάποιος να μπορεί είναι υποψήφιος βουλευτής. Αυτή η κίνηση είναι ήδη casus belli για την πλειοψηφία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Εργατικών, η οποία φοβάται ότι η κομματική βάση πλέον έχει μετατοπισθεί τόσο προς τα Αριστερά που κινδυνεύουν με αποκλεισμό από τις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν.

 Η επόμενη ημέρα

 Μπορεί η Τερέσα Μέι να δήλωσε ότι “Brexit means Brexit”, άλλα είναι συγκρατημένη ως προς τις δηλώσεις της. Αρκούσαν μερικές ώρες μόνο, για να βγουν οι καθοδηγητές του Brexit και να σπεύσουν να εξηγήσουν ότι “δεν είναι αυτό που νομίζουμε”.

Οι δηλώσεις της Μέι και του Τζόνσον ότι σκοπεύουν να μειώσουν τις προσφυγικές ροές χωρίς να βγουν από την κοινή αγορά της ΕΕ (τη στιγμή που η ΜΒ έχει ήδη σχεδόν κλείσει τα σύνορά της, με αποτέλεσμα χιλιάδες πρόσφυγες να είναι αποκλεισμένοι στην άλλη πλευρά του καναλιού, στο γαλλικό Calais), φανερώνουν ότι υπό την πίεση απουσίας σοβαρού αντι-ΕΕ σχεδίου, το πιο βολικό, υπερασπίσιμο και υλοποιήσιμο πολιτικά σχέδιο είναι μια αναβαθμισμένη σχέση με την ΕΕ, μέσω μιας διαπραγμάτευσης που θα δώσει στην ΜΒ τη χαμένη αυτονομία της προ 1973 εποχής.

Η Μέι γνωρίζει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της βάσης του κόμματός της δεν υποστηρίζει την αντι-ΕΕ πλατφόρμα της οποίας πλέον ηγείται. Γνωρίζει, επίσης, ότι αν θέλει να αποφύγει μαζικές διαδηλώσεις εναντίον του Brexit και υπέρ της ΕΕ –ήδη υπάρχουν κινητοποιήσεις τέτοιου τύπου και από την φιλο-ευρωπαϊκή μερίδα του κόμματός της– και να ενώσει το κόμμα με φόντο τις επόμενες γενικές εκλογές, θα πρέπει μπροστά στις κάμερες να εμφανίζεται με σκληρή ρητορική, άλλα πίσω από αυτές να λαμβάνει μετριοπαθείς αποφάσεις που θα ενώνουν.

Η παρακαταθήκη που άφησε ο Κάμερον είναι ένα ισχυρό κόμμα, το οποίο αφού το έβγαλε από την σκιά της Θάτσερ, κατάφερε να το κάνει ξανά ένα κόμμα που κερδίζει εκλογές, ακόμα και σε περιοχές που ήταν παραδοσιακές περιφέρειες των Εργατικών.

Στις 22 Ιούλη σχετική έκθεση της Markit (παγκόσμια ανεξάρτητη αρχή οικονομικών δεδομένων και πληροφοριών) δείχνει ότι η συρρίκνωση της οικονομίας το τρίτο τρίμηνο του 2016 θα αγγίξει το 0.4% με αρνητική επιτάχυνση μεγαλύτερη από ό,τι στην αρχή της οικονομικής κρίσης, επτά χρόνια πριν. Η νέα πρωθυπουργός θα πρέπει να μετατρέψει αυτές τις πιέσεις σε ευκαιρία για το ακροατήριό της, πράγμα δύσκολο, μιας και οι προσδοκίες για άμεση ανάκαμψη μετά την έξοδο του ΗΒ από την ΕΕ ηχούν ακόμα στα αυτιά όσων ψήφισαν Βrexit.

Από την άλλη, η κοινωνική κινητικότητα που παρατηρείται τον τελευταίο χρόνο ρευστοποιεί τις πολιτικές παραδόσεις και ανασυνθέτει την ιδεολογική σύσταση των κομμάτων. Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικές ανακατατάξεις, η όξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων του βρετανικού καπιταλισμού και μια εργατική τάξη που ως εκκρεμές πότε κατευθύνεται προς την ξενοφοβία και πότε προς το Εργατικό Κόμμα, δεν είναι απίθανο να οδηγήσουν μετά από δεκαετίες σε επανάληψη μίας σύγκρουσης της παραδοσιακής εργατικής Αριστεράς, την οποία εκπροσωπεί ο Τζέρεμι Κόρμπιν, και της σκληροπυρηνικής Δεξιάς που καυχιέται ότι κάποτε είχε για Πρόεδρο τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

Ο Στέλιος Φωτεινόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας.