Ρικάρντο Καμπράλ Φερνάντες: Ο διάλογος για την Ευρώπη τώρα ανοίγει στην Πορτογαλία




Ο Ρικάρντο Καμπράλ Φερνάντες είναι υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικών Επιστημών και ακτιβιστής του Μπλόκο της Αριστεράς. Συζητάμε μαζί του για τις εξελίξεις στην Πορτογαλία και τον σχηματισμό κυβέρνησης με την υποστήριξη της Αριστεράς για πρώτη φορά μετά το 1974. Εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η Αριστερά επέλεξε να υποστηρίξει τους Σοσιαλιστές αλλά και τα συμπεράσματα που έβγαλαν το Μπλόκο και το Κομμουνιστικό Κόμμα από τις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με τους δανειστές.


Συνέντευξη στον Αδάμο Ζαχαριάδη 


 

Ποιες δυναμικές και αιτήματα της πορτογαλικής κοινωνίας αντανακλά, κατά τη γνώμη σας, ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης;

Την τελευταία τετραετία, η Πορτογαλία είχε την πιο νεοφιλελεύθερη και σκληρή κυβέρνηση μετά την 25η Απριλίου του 1974, η οποία επέλεξε να παραβιάσει τον προϋπολογισμό και το πορτογαλικό Σύνταγμα. Η κυβέρνηση PSD-CDS (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Πορτογαλίας και Λαϊκό Κόμμα) αποφάσισε να υπερβάλει εαυτόν ως προς τους στόχους του μνημονίου και να φανεί πιο συνεπής στη λογική της Τρόικας από ό,τι και η ίδια, μετατρέποντας αυτή τη θέση σε σύνθημα. Ως συνέπεια των πολιτικών της, οι δείκτες ανεργίας και τα επίπεδα φτώχειας αυξήθηκαν δραματικά, ενώ οι μισθοί της πλειοψηφίας των Πορτογάλων πολιτών μειώθηκαν, το κράτος πρόνοιας δέχτηκε επίθεση και οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνθηκαν.

Την ίδια στιγμή, η Δεξιά επιστράτευε σταθερά το αφήγημα ότι η οικονομία βελτιώνεται, ότι οι εξαγωγές αυξάνονται, ότι η ανεργία μειώνεται και ότι το χειρότερο κομμάτι της κρίσης βρίσκεται πια μακριά. Ωστόσο, οι πολίτες δεν βίωναν μια τέτοια πραγματικότητα στην καθημερινή τους ζωή.

Τα αποτελέσματα των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου έδειξαν δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η πλειοψηφία των Πορτογάλων απορρίπτει τα μέτρα λιτότητας που υιοθετήθηκαν την τελευταία τετραετία. Δεύτερον, ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν αντιμετωπίστηκε ως εναλλακτική πολιτική δύναμη, και η αφήγηση της χρήσιμης ψήφου δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα στο εκλογικό σώμα. Ταυτόχρονα, οι εκλογές αποτύπωσαν την ενδυνάμωση της Αριστεράς και κυρίως του Αριστερού Μπλοκ, που αύξησε την κοινοβουλευτική του παρουσία από τις 8 στις 19 έδρες.

Ο πρώην κυβερνητικός συνασπισμός κέρδισε τις εκλογές με όρους ψήφων και εντολής σχηματισμού κυβέρνησης, αλλά έχασε με πολιτικούς όρους. Αντιπροσωπεύοντας μια μειοψηφία στη Βουλή, που κυριαρχείται πλέον από κόμματα που απορρίπτουν τη λιτότητα, και χωρίς να έχει καμία δυνατότητα συνεργασίας, ο συνασπισμός επιχείρησε να δημιουργήσει μια κυβέρνηση μειοψηφίας, γνωρίζοντας ότι τα μέτρα λιτότητας δεν θα ψηφίζονταν στο Κοινοβούλιο. Είδαν το πολιτικό τους πρόγραμμα να καταψηφίζεται από τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα, τα οποία βρίσκονταν ήδη σε διαπραγματεύσεις για μια κοινοβουλευτική συμφωνία. Αυτή η καινούργια συνθήκη έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της πορτογαλικής Δεξιάς, που πόλωσε τη διάσταση Αριστεράς -Δεξιάς, όπως δεν έχει ξανασυμβεί στη χώρα μετά την επαναστατική περίοδο, πριν από σαράντα χρόνια.

Η πορτογαλική κοινωνία είναι σε μεγάλο βαθμό εναντίον της λιτότητας, όπως έδειξαν οι εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, αλλά ο διάλογος για την παραμονή ή την έξοδο από την Ευρωζώνη –ή ακόμα και από την Ευρωπαϊκή Ένωση– δεν έχει ακόμα ανοίξει. Αυτή είναι μια επείγουσα συζήτηση, που γίνεται προς το παρόν μόνο από τους διανοούμενους και όχι από την υπόλοιπη κοινωνία. Η ανάγνωση που κάνω για τα αποτελέσματα των εκλογών είναι ότι απορρίφθηκαν τόσο τα μέτρα λιτότητας, όσο και η χρήσιμη ψήφος. Αυτή η νέα συνθήκη αυξάνει την ευθύνη της Αριστεράς για το μέλλον της χώρας, μέσα και έξω από το Κοινοβούλιο, αλλά και για τον προσδιορισμό πολιτικών εναλλακτικών που να συγκρούονται με τη λιτότητα και την υφιστάμενη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτές οι εναλλακτικές δεν μπορούν να προσδιοριστούν, αν δεν συζητηθεί ρεαλιστικά και το ενδεχόμενο της εξόδου από την Ευρωζώνη. Είναι μια από τις προκλήσεις που σύντομα θα κληθεί να αντιμετωπίσει η Αριστερά. Εν τω μεταξύ, η πόλωση της πορτογαλικής κοινωνίας θα συνεχίσει να βαθαίνει, κατά την άποψή μου.

Ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης; Πώς αναμένεται να υπερβεί τα εμπόδια και τις προκλήσεις που θέτει το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της λιτότητας στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών θεσμών;

Το πολιτικό πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος (SP) έχει πολλές προτεραιότητες σε όλους τους τομείς. Κατά τη γνώμη μου, οι πιο σημαντικές είναι αυτές που θέτει το πλαίσιο συμφωνίας ανάμεσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα αριστερά κόμματα.

Η μη τήρηση αυτών των προτεραιοτήτων μπορεί να βάλει σε κίνδυνο την επιβίωση της κυβέρνησης, αν αυτή υποκύψει σε εσωτερικές ή εξωτερικές πιέσεις. Η πολιτική συμφωνία ανάμεσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα (SP), το Αριστερό Μπλοκ (ΒΕ), το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCP) και τους Πράσινους εμπεριέχει καταγεγραμμένες διαφορές, αλλά βασίζεται σε μια κοινή πολιτική στόχευση: την ανατροπή του φαύλου κύκλου της φτώχειας, που καθόρισε τη δημόσια πολιτική τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, η πολιτική συμφωνία των κομμάτων προβλέπει την αποκατάσταση των συντάξεων, την αποκατάσταση της παράνομης κλοπής που πραγματοποιήθηκε εις βάρος της εργασίας από την προηγούμενη κυβέρνηση, η οποία προστάτευε συστηματικά το Κεφάλαιο. Επίσης, προβλέπει την προστασία της εργασίας, την καταπολέμηση της επισφάλειας και την υπεράσπιση των συλλογικών συμβάσεων. Ακόμα, την ενίσχυση του Κοινωνικού Κράτους με την αναχαίτιση των περικοπών των δημοσίων δαπανών. Πέρα από τα βασικά αυτά σημεία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεσμεύτηκε ότι θα αναιρέσει τις «συμφωνίες ανάθεσης» στον ιδιωτικό τομέα, μέσω των οποίων το πορτογαλικό κράτος προβαίνει σε επαχθείς ιδιωτικοποιήσεις, και ότι θα αναστείλει τις περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεις. Σε γενικές γραμμές, αυτά είναι τα βασικά σημεία της υποστήριξης που παρέχουν τα κόμματα της Αριστεράς στην κυβέρνηση μειοψηφίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Παρ’ όλα αυτά, το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα έρθει αντιμέτωπο με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα: θα υπερασπιστεί πράγματι τους εργαζόμενους ενάντια στην επιβεβλημένη Δημοσιονομική Συμφωνία και θα τηρήσει την πολιτική του συμφωνία με την Αριστερά; Είναι πρόθυμο να συγκρουστεί με τους δανειστές; Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία σύντομα θα κληθεί να απαντήσει.

Πιστεύω ότι η πορτογαλική Αριστερά δεν έχει ψευδαισθήσεις ως προς τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει σύντομα αυτή η κυβέρνηση. Στο εσωτερικό επίπεδο, θα πρέπει να διαχειριστεί τις συνέπειες των πολιτικών που υιοθέτησε η προηγούμενη κυβέρνηση, όπως οι υψηλοί δείκτες ανεργίας, η βαθιά φτώχεια, η επισφάλεια, οι κοινωνικές ανισότητες, αλλά και την οικονομική κατάσταση του πορτογαλικού κράτους.

Η κυβέρνηση SPD-CDS ξόδεψε τους τελευταίους δύο μήνες το 88,5% των αποταμιεύσεων του 2015, ενώ μέχρι τον Ιανουάριο η κυβέρνηση δεν θα έχει κρατικό προϋπολογισμό, εγκεκριμένο από το Κοινοβούλιο. Θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει την αντιπολίτευση της Δεξιάς, που θα κρατήσει ακόμη αυταρχικότερη στάση, και παράλληλα τα μέσα ενημέρωσης που θα πλειοδοτούν εναντίον της κυβέρνησης. Από την άλλη πλευρά, στο εξωτερικό η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει τις ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις των δανειστών να μην εγκαταλείψει τα μέτρα λιτότητας. Αυτή η κυβέρνηση δεν έχει τους ίδιους πολιτικούς στόχους με τον ΣΥΡΙΖΑ, όταν ανέλαβε την κυβέρνηση, αλλά είναι βέβαιο ότι θα δεχτεί τεράστιες πιέσεις. Μέχρις στιγμής, αυτές οι πιέσεις αφορούσαν το «κόψιμο» του επόμενου κρατικού προϋπολογισμού, τον οποίο οι Βρυξέλλες ανέμεναν μέσα στον Οκτώβριο – ένα σχέδιο που ανατράπηκε λόγω του σχηματισμού της νέας κυβέρνησης. Αν αυτή τη στιγμή οι πιέσεις δεν είναι τόσο μεγάλες όσο αναμενόταν, αυτό ίσως οφείλεται στις επερχόμενες ισπανικές εκλογές και σε κάποιο φόβο των δανειστών ότι η επίθεση στην πορτογαλική κυβέρνηση μπορεί να επηρεάσει τους ισπανούς ψηφοφόρους υπέρ μιας ψήφου στην Αριστερά, δηλαδή στους PODEMOS.

H συμφωνία για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης χαρακτηρίζεται όμως και από σημαντικές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές των κομμάτων. Μπορεί αυτές οι διαφοροποιήσεις να διακυβεύσουν τη σταθερότητα της κυβέρνησης, ειδικά σε περίπτωση διαφωνιών απέναντι σε προτεινόμενα νομοσχέδια ή σε σχέση με μια ευρύτερη αντίληψη για την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Καταρχάς είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι δεν υπάρχει μια κυβερνητική συμμαχία των τεσσάρων κομμάτων, αλλά μια κυβέρνηση μειοψηφίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος που υποστηρίζεται από το Αριστερό Μπλοκ, το Κομμουνιστικό Κόμμα και τους Πράσινους. Η κοινοβουλευτική αυτή συμφωνία είναι ξεκάθαρα προσδιορισμένη σε τρία κείμενα αμοιβαίας συμφωνίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος με τα υπόλοιπα κόμματα, και η ραχοκοκαλιά της είναι σαφέστατη: η άρνηση της συνέχισης των πολιτικών της φτωχοποίησης. Τα κόμματα της Αριστεράς δεν συμμετέχουν στην κυβέρνηση σε κανένα υπουργικό αξίωμα.

Είναι αλήθεια ότι τα τέσσερα κόμματα έχουν ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι όλα υποστηρίζουν την ανατροπή της λιτότητας, με διαφορετικά μέσα και ένταση. Αυτός ο κοινός στόχος αποτυπώνεται και στα κείμενα συμφωνίας των συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων. Είναι μια μίνιμουμ συμφωνία. Τα κόμματα της Αριστεράς θα διατηρήσουν την ταυτότητά τους και θα εξακολουθήσουν να υποστηρίζουν τις θέσεις που είχαν πάντοτε για την αναδιάρθρωση του χρέους, το ΝΑΤΟ, την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η μίνιμουμ συμφωνία στοχεύει στην αποτροπή μιας χειρότερης κατάστασης. Ας έχουμε κατά νου ότι αν τα αριστερά κόμματα δεν είχαν την πολιτική βούληση να επιτευχθούν αυτές οι συμφωνίες, το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα υποστήριζε τον συνασπισμό PSD-CDS. Αυτό ήταν ένα σενάριο που τα αριστερά κόμματα ήθελαν να αποτρέψουν. Ο δρόμος προς την φτωχοποίηση θα ήταν ακόμη ανοικτός. Όμως η εκτίμησή μου για την αποτελεσματικότητα και τη διατήρηση αυτών των συμφωνιών είναι, ως ένα βαθμό, απαισιόδοξη. Αυτού του είδους η συμφωνία είναι προσωρινή, ακόμα και αν τα εισοδήματα των Πορτογάλων αυξηθούν σύντομα. Είναι αδύνατον να αντιμετωπίσει κανείς τη λιτότητα και την κρίση χωρίς να αντιταχθεί στους δανειστές, χωρίς ένα συγκεκριμένο σχέδιο εξόδου από την Ευρωζώνη, που να νομιμοποιείται από έναν διάλογο μέσα στην πορτογαλική κοινωνία, και χωρίς την αμφισβήτηση της συνολικής λογικής του καπιταλιστικού συστήματος. Η έξοδος από την Ευρωζώνη εξακολουθεί να είναι το πιο αποτελεσματικό διαπραγματευτικό εργαλείο απέναντι στους δανειστές και τις πολιτικές που θέλουν να εφαρμόσουν.

 Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα κόμμα εναντίον της λιτότητας που οδηγήθηκε στην υπογραφή και την εφαρμογή ενός σκληρού μνημονίου. Πώς επηρεάζει αυτή η εμπειρία την πορτογαλική Αριστερά;

Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου ήταν μια πνοή καθαρού αέρα για όλη την ευρωπαϊκή Αριστερά, και φυσικά για την πορτογαλική. Η νίκη ενός κόμματος που τοποθετείται ενάντια στη λιτότητα δημιούργησε μεγάλη ελπίδα. Στην Πορτογαλία, η Αριστερά παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή και αλληλεγγύη την αντιπαράθεση της ελληνικής κυβέρνησης με τους διεθνείς δανειστές. Όπως μπορείτε να φανταστείτε, η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ μετά το δημοψήφισμα δημιούργησε στην πορτογαλική Αριστερά δυσπιστία και μεγάλη δυσκολία να εξηγήσει τι συνέβη. Παρ’ όλα αυτά η αντιπαράθεση του ΣΥΡΙΖΑ με τους δανειστές προσέφερε κάποια συμπεράσματα. Πρώτον, αποκάλυψε το πραγματικό πρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τoυ σκληρού διακυβερνητικού της οργάνου, του Εurogroup. H αποφασιστικότητά τους να επιβάλουν τη λιτότητα με κάθε μέσο τούς οδηγεί ακόμα και στην επιβολή οικονομικών πραξικοπημάτων ενάντια σε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Δεύτερον, αυτή η ελληνική εμπειρία έδειξε ότι οποιαδήποτε σύγκρουση με τους δανειστές πρέπει να συνοδεύεται και από ένα σχέδιο αποχώρησης από την Ευρωζώνη, μαζί με έναν βασικό έλεγχο των κεφαλαιακών ροών για την αποτροπή της φυγής κεφαλαίων.

Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα ισχυρό πλήγμα για την ευρωπαϊκή Αριστερά και το να μην το αναγνωρίσουμε θα ήταν άρνηση της πραγματικότητας. Χρειάζεται να αναλύσουμε τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, την πολιτική που εφάρμοσε τους πρώτους επτά μήνες της διακυβέρνησής του, τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και να αντλήσουμε συμπεράσματα, αναγνωρίζοντας βέβαια και τα διαφορετικά χαρακτηριστικά κάθε χώρας. Χρειάζεται να προετοιμαστούμε για το επόμενο βήμα, αποφεύγοντας τα ίδια λάθη. Αυτό είναι κάτι που έχει μεγάλη αξία για την ευρωπαϊκή Αριστερά.