Οι πρώτες επιπτώσεις του Brexit στην ‘Αγκυρα




Οι «αυτοεκπληρούμενες προφητείες» των ευρωτουρκικών σχέσεων

«Καλωσορίσατε στην εποχή της κατάρρευσης της Ε.Ε», ήταν ο τίτλος του άρθρου του Σιερέφ Οούζ στη φιλοκυβερνητική Σαμπάχ στις 25 Ιουνίου 2016. Ο αρθρογράφος υπογράμμισε, μεταξύ πολλών άλλων, το εξής: «Κατά τη διαδικασία διεύρυνσης της η Ε.Ε αντί να συμπεριφερθεί με πολιτικό και οικονομικό ορθολογισμό, επέλεξε να συμπεριφέρεται ως ένα χριστιανικό κλαμπ. Δέχτηκε την ένταξη της νότιας Κύπρου που έχει μέγεθος περίπου έξι εμπορικών κέντρων και άφησε μια ολόκληρη Τουρκία να περιμένει στην πόρτα της από το 1963».


Του Νίκου Μούδουρου


Την ίδια μέρα στην ίδια εφημερίδα, ο Φαχρεττίν Αλτούν, ερευνητής στη «δεξαμενή σκέψης» SETA (του Κόμματος Δικαιοσύνης και ΑνάπτυξηςΑΚΡ) σημείωνε: «Περισσότερο από όλα, το αποτέλεσμα αυτού του δημοψηφίσματος είναι ενδεικτικό για την κατάσταση της Ε.Ε και το μέλλον της… Έστω και αν οι δυτικότροποι εντός Τουρκίας δε θέλουν να το παραδεχτούν, το πρότζεκτ της Ε.Ε βρίσκεται πλέον στο στάδιο της κατάρρευσης. Το πολιτικό κύμα που δημιούργησε η ακροδεξιά μέρα με τη μέρα παράγει περισσότερο το φόβο ‘της εισβολής των βαρβάρων’. Στην Ευρώπη του σήμερα, η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και η ισλαμοφοβία, διευρύνονται καθημερινά».

Το γενικό πνεύμα των δύο προαναφερθέντων άρθρων στον ισλαμικό και ευρύτερα φιλοκυβερνητικό Τύπο της Τουρκίας, ήταν αυτό που επικράτησε αμέσως μετά το πρόσφατο δημοψήφισμα στη Βρετανία.

Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των σχέσεων Τουρκίας-Ε.Ε που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια, αλλά και των εντεινόμενων διαφωνιών των δύο μερών σε πολλά πολιτικά θέματα, το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος λειτούργησε για τους κύκλους εξουσίας του ΑΚΡ περίπου ως ένα είδος «αυτοεκπληρούμενης προφητείας».

Δηλαδή μιας ισχυρής πεποίθησης ή άποψης που έστω και αν είναι λανθασμένη, επικρατεί σε τέτοιο βαθμό, που οι άνθρωποι εκπληρώνουν την λανθασμένη «προφητεία» και επηρεάζουν μέρος των πραγματικών εξελίξεων. Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, ήρθε για να επιβεβαιώσει ή να ενισχύσει περαιτέρω τις εκφρασμένες πεποιθήσεις, απόψεις, αλλά και ιδεοληψίες της τουρκικής ισλαμικής ελίτ για τη σημερινή κατάσταση της Ε.Ε και τις προοπτικές πλήρους ένταξης της Τουρκίας. Το Brexit λοιπόν, είναι ένας σοβαρός σταθμός αξιολόγησης των συνεπειών που θα έχουν παρόμοιες εξελίξεις στο ιδεολογικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο των σχέσεων Τουρκίας – Ε.Ε.

Ισλαμοφοβία και αντιδυτικισμός ως ανατροφοδοτούμενες «δικαιώσεις»

Το δημοψήφισμα στη Βρετανία συνέπεσε χρονικά με την περαιτέρω ένταση στις σχέσεις Τουρκίας-Ε.Ε. Όπως είναι ξεκάθαρο, ο Έρντογαν το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει κορυφώσει την κριτική του ενάντια στην Ε.Ε με αφορμή τις πολιτικές διαφωνίες που προκύπτουν γύρω από την προσφυγική κρίση.

Στις 23 Ιουνίου 2016 ο Πρόεδρος της Τουρκίας «απείλησε» την Ε.Ε με τη διοργάνωση δημοψηφίσματος, στο οποίο ο κόσμος θα καλεστεί να τοποθετηθεί εάν επιθυμεί ή όχι τη συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Τρεις μέρες μετά, η εταιρεία ερευνών ΜΑΚ δημοσίευσε τα αποτελέσματα δημοσκόπησης, με βάση τα οποία 68% της κοινής γνώμης δηλώνει ότι επιθυμεί διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, 23% συνέχιση τους και ποσοστό 9% δηλώνουν αναποφάσιστοι.

Φυσικά ο αυξανόμενος αρνητισμός μέρους της κοινωνίας της Τουρκίας έναντι στην Ε.Ε δεν είναι νέο φαινόμενο, τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία. Ούτε και μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις ιδεολογικό-πολιτικές επιλογές του ΑΚΡ και του Έρντογαν. Είναι γεγονός ότι η εντεινόμενη κριτική Έρντογαν, αλλά πολύ χειρότερα, η προσπάθεια του να χτίσει τα επιχειρήματα του σε ένα θρησκευτικό-συντηρητικό πλαίσιο, συναντά πολλές φορές τη νομιμοποιητική της βάση σε εξελίξεις που προκαλούν τα ισχυρότερα κράτη της Ε.Ε.

Όταν για παράδειγμα επαναλαμβάνει φορτικά το «παράπονο» ότι η Ε.Ε ουσιαστικά δεν αποδέχεται την Τουρκία εξαιτίας της μουσουλμανικής της ταυτότητας, ο Έρντογαν εκμεταλλεύεται στον ίδιο βαθμό τόσο τη συντηρητική φλέβα της κοινωνίας της Τουρκίας, όσο και την άνοδο των ρατσιστικών κινημάτων στην ίδια την Ε.Ε. Με αυτό τον τρόπο καταφέρνει να εισάγει τα αρνητικά αντανακλαστικά της ισλαμοφοβίας ευρωπαϊκών κοινωνιών εντός της Τουρκίας και αναπαράγει τον ακριβώς αντίστοιχο – ισλαμικής έκδοσης – θρησκευτικό σκεπτικισμό.

Η διαδικασία του δημοψηφίσματος στη Βρετανία, καθώς και το τελικό αποτέλεσμα, φαίνεται να επηρεάζουν καθοριστικά στο παρόν τουλάχιστον στάδιο, το ιδεολογικό επίπεδο των σχέσεων Τουρκίας – Ε.Ε. Ο αντι-τουρκικός/ισλαμοφοβικός λόγος που αναπτύσσεται από ένα μέρος του κυρίαρχου λόγου εντός Ε.Ε, νομιμοποιεί παράλληλα τον αρνητισμό εντός Τουρκίας.

Ένα από τα στοιχεία που καταγράφηκαν με ιδιαίτερη ένταση από την τουρκική κυβέρνηση ήταν φυσικά το ότι στο βρετανικό δημοψήφισμα η πιθανότητα ένταξης της χώρας στην Ε.Ε, λειτούργησε ως εφαλτήριο κατασκευής του φόβου περί «της εισβολής των βαρβάρων». Αυτή η αρνητική εργαλειοποίηση της μουσουλμανικής ταυτότητας της Τουρκίας, λειτούργησε με δύο τρόπους στο ιδεολογικό πλαίσιο του ΑΚΡ.

Ο πρώτος ήταν ότι γίνεται πλέον γενικά αποδεκτός ο κίνδυνος περαιτέρω ενίσχυσης των αντι-τουρκικών/ισλαμοφοβικών συνδρόμων και σε άλλες κοινωνίες της Ευρώπης. Ο δεύτερος ήταν ότι λειτούργησε ως η πρακτική απόδειξη και η ιδεολογική «δικαίωση» της κριτικής του Έρντογαν προς τη Δύση και την Ε.Ε. Το γεγονός μάλιστα ότι η απάντηση του Βρετανού Πρωθυπουργού εσωτερικά κινήθηκε περίπου στο επίπεδο ότι «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας αφού η Τουρκία δεν πρόκειται να ενταχθεί πριν από το 3000», ήταν στοιχείο που για ένα μέρος του ισλαμικού κινήματος της χώρας αποτελεί απόδειξη των μέχρι σήμερα «ανομολόγητων στόχων» ενός μέρους της ελίτ της Ε.Ε.

Η μετατροπή της Τουρκίας και της μουσουλμανικής πτυχής της ταυτότητα της, ως κεντρικό θέμα εκλογικών ή άλλων πολιτικών διαδικασιών εντός Ε.Ε, δεν είναι βέβαια μια νέα εξέλιξη. Το 2005 στο δημοψήφισμα της Γαλλίας για το λεγόμενο ευρωπαϊκό σύνταγμα, ένα κομμάτι της δεξιάς επίσης μετέτρεψε την προοπτική πλήρους ένταξης της Τουρκίας σε βάση καταψήφισης. Σήμερα σχεδόν μια δεκαετία μετά, παρόμοιες ιδεολογικές δυνάμεις επαναλαμβάνουν την ίδια δυναμική στη Βρετανία.

Η επανάληψη του φαινομένου αυτού σε συνδυασμό με τα σκαμπανεβάσματα στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας, διανοίγει πλέον τις προοπτικές περαιτέρω αντιπαράθεσης σε πολιτισμικούς άξονες. Εάν μελετηθεί αυτή η εξέλιξη από τη σκοπιά της σημερινής Άγκυρας, τότε υπάρχει ο κίνδυνος πολιτικής καταγραφής της Ε.Ε μόνο ως μιας «χριστιανικής ομάδας» κρατών, «εχθρικής και ξένης» προς τις πολιτισμικές αξίες της Τουρκίας, έτσι όπως η ισλαμική διανόηση τις προωθεί στο δημόσιο χώρο. Ως επέκταση της προαναφερθείσας συνέπειας, τα αποτελέσματα του βρετανικού δημοψηφίσματος και ο τρόπος που μεταφέρονται εντός Τουρκίας από τον κυρίαρχο λόγο, επιτείνουν την βαθιά τομή που εκπροσωπεί ΑΚΡ ως προς την αποκοπή των εννοιών του εκσυγχρονισμού με τον εκδυτικισμό/εξευρωπαϊσμό.

Συνεπώς μετά το δημοψήφισμα στη Βρετανία, οι ιδεολογικές δυνάμεις εντός Τουρκίας που μέχρι σήμερα προωθούσαν τη διεκδίκηση για πλήρη ένταξη στην Ε.Ε ως μια ολοκλήρωση της πορείας εκσυγχρονισμού που ξεκίνησε ήδη από τα τέλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, φαίνεται να σημειώνουν ακόμα ένα βήμα προς τα πίσω. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, οι εντός Τουρκίας υποστηριχτές της ευρωπαϊκής προοπτικής, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα φαίνεται να περιορίζονται σε πιο αμυντικές θέσεις ειδικά σε σχέση με τον εάν η Ε.Ε μπορεί να αποτελέσει ένα περιεκτικό μοντέλο μεταρρύθμισης της χώρας.

Η πιθανότητα για ένα «Brexit» τουρκικών προδιαγραφών

Παρόλο που οι ευρύτερες πολιτικές συνέπειες του δημοψηφίσματος στη Βρετανία έχουν μακροπρόθεσμο χαρακτήρα, εντούτοις είναι γεγονός ότι η αρχική εκτίμηση παραγόντων του τουρκικού κράτους γέρνει περισσότερο προς αρνητικές κατευθύνσεις. Όσοι από τους αξιωματούχους της Τουρκίας ασχολούνται με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε, αντιμετώπιζαν την πιθανότητα επιλογής παραμονής της Βρετανίας στο πρόσφατο δημοψήφισμα ως μια θετική εξέλιξη σε ένα όντως δύσκολο περιβάλλον.

Παρά τις κατά καιρούς διαφοροποιήσεις, η Βρετανία ήταν μια σταθερή δύναμη στήριξης της πλήρους ένταξης της Τουρκίας. Για την ίδια την Άγκυρα, το ειδικό βάρος της βρετανικής στήριξης ήταν παράλληλα και μια εξισορροπητική διαδικασία έναντι του γερμανικού και γαλλικού αρνητισμού.

Πέραν όμως των πιο πάνω, η παραμονή της Βρετανίας στην Ε.Ε ανεξαρτήτως της τελικής κατάληξης των προσπαθειών της Τουρκίας, θα ήταν ένα επιπλέον δεδομένο σταθεροποίησης των σχετικά γνωστών και «χαρτογραφημένων νερών» μέσα στα οποία πολιτεύεται η Άγκυρα ενώπιον των Βρυξελλών. Έτσι, το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος δημιούργησε νέες πολιτικές ισορροπίες και νέα κενά στα οποία πολύ σύντομα θα καλεστεί να ανταποκριθεί η τουρκική διπλωματία.

Σε αυτά τα πλαίσια, ο ισχυρότερος ίσως πολιτικός αντίκτυπος για το μέλλον των σχέσεων Τουρκίας-Ε.Ε, είναι η ενίσχυση της προώθησης των λεγόμενων εναλλακτικών σεναρίων. Εάν το επόμενο χρονικό διάστημα δε σημειωθούν νέες «εκπλήξεις» και εάν ακολουθηθεί η δημοσιοποιημένη διαδικασία οριστικής εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε, τότε παράλληλα θα δημιουργηθούν περισσότερες αναζητήσεις για το περιεχόμενο των εννοιών όπως ο «προνομιακός συνεταιρισμός». Με λίγα λόγια, η πιθανότητα μιας μελλοντικής κατάληξης σε μια νέα δομή στις σχέσεις Βρετανίας-Ε.Ε, μπορεί να λειτουργήσει στο πολιτικό επίπεδο και ως μια βάση αναζήτησης παρόμοιας διευθέτησης των σχέσεων Τουρκίας-Ε.Ε.

Όπως είναι γνωστό η έννοια του «προνομιακού συνεταιρισμού» ως μια άλλη επιλογή παρά της πλήρους ένταξης της Τουρκίας, εκφράστηκε εδώ και κάποια χρόνια από τη Γερμανία. Είναι επίσης αλήθεια ότι δεν είχε σημειωθεί μέχρι σήμερα μια ολοκληρωμένη προσπάθεια συγκεκριμενοποίησης αυτής της δομής σχέσεων.

Η Άγκυρα άλλωστε αντιμετώπιζε με ιδιαίτερο αρνητισμό τον όρο «προνομιακός συνεταιρισμός» ως μια προσπάθεια εξαναγκασμού της «σε μέλος δεύτερης κατηγορίας». Όμως οι τεκτονικές ανατροπές του τελευταίου διαστήματος είναι τέτοιες που μπορούν να επαναφέρουν πλέον πιο έντονα τα σενάρια μιας διαφορετικής σχέσης της Τουρκίας με την Ε.Ε, ιδιαίτερα εάν κάτι τέτοιο τελικά επικρατήσει και στην περίπτωση της Βρετανίας. Επομένως, σε αυτό το σημείο ενισχύεται και η αναγκαιότητα μελέτης των πολλαπλών και σύνθετων σεναρίων που προκύπτουν για τις επιρροές που μπορεί να έχουν τέτοιου είδους εξελίξεις στο ίδιο το Κυπριακό πρόβλημα.

Η οικονομία ως ο εξαναγκασμός της συμβίωσης

Παρόλο που η οικονομική κρίση και η λιτότητα των τελευταίων χρόνων στην Ε.Ε, συνέβαλε στην αναζήτηση διαφορετικών τύπων ανάπτυξης εκ μέρους της Τουρκίας, εντούτοις το βρετανικό δημοψήφισμα δημιουργεί και στο επίπεδο της οικονομίας κάποια αρχικά ερωτηματικά. Η προηγούμενη σχετική οικονομική σταθερότητα της Τουρκίας σε σύγκριση με τα συμπτώματα κατάρρευσης των ευρωπαϊκών οικονομιών την ίδια περίοδο, παρουσιάστηκε ως μια θετική επιβεβαίωση των επιλογών της κυβέρνησης ΑΚΡ στην αναζήτηση εναλλακτικών αγορών και συνεργασιών πέραν της Ε.Ε.

Σήμερα με δεδομένο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Βρετανία, η ισλαμική διανόηση της Τουρκίας έχει προχωρήσει ακόμα ένα βήμα. Θεωρεί ότι έφτασε η στιγμή μιας σοβαρής αναθεώρησης των όρων της συμφωνίας τελωνειακής ένωσης, καθώς και της άμεσης σύναψης νέων οικονομικών συμφωνιών με τους Βρετανούς.

Σε σχέση με το οικονομικό επίπεδο, οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών επανέφεραν ακόμα και σε κύκλους μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων της Τουρκίας, την πεποίθηση η τελωνειακή ένωση συνεχίζει να είναι αναγκαία αλλά σε ένα εντελώς νέο πλαίσιο. Βεβαίως παρόλο που συνεχίζονται οι υπερβολές ενός μέρους της τουρκικής κυβέρνησης περί της «ευκαιρίας πλήρους οικονομικής ανεξαρτητοποίησης από τη Δύση» μετά το βρετανικό δημοψήφισμα, εντούτοις στο παρόν στάδιο είναι γεγονός ότι επικρατούν οι πιο «ψύχραιμες» προθέσεις.

Στην πραγματικότητα τα οικονομικά δεδομένα μεταξύ Τουρκίας-Ε.Ε- Βρετανίας είναι σε συγκεκριμένο επίπεδο που για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα εμποδίζουν τις όποιες φυγόκεντρες δυναμικές. Χαρακτηριστικά το 2015, το 44,5% των εξαγωγών της Τουρκίας ήταν με χώρες της Ε.Ε. Την ίδια περίοδο, οι τουρκικές εξαγωγές προς τη Βρετανία έφτασαν τα 10,6 δισεκατομμύρια δολάρια. Στο πεδίο των άμεσων ξένων επενδύσεων η πραγματικότητα είναι περίπου η ίδια. Το 2015 οι άμεσες επενδύσεις ξένου κεφαλαίου στην Τουρκία ήταν 12,5 δισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία περίπου τα 11 δισεκατομμύρια προέρχονταν από χώρες της Ε.Ε και είχαν ως αποδέκτη τον βιομηχανικό τομέα. Επομένως, ο βαθμός οικονομικής συνεργασίας και ενσωμάτωσης μεταξύ Τουρκίας – Ε.Ε, παρά τα όποια σημάδια αστάθειας, είναι τέτοιος που δεν επιτρέπει την οριστική ρήξη.

Εάν το βρετανικό δημοψήφισμα μελετηθεί υπό το πρίσμα του γενικότερου πλαισίου της κατάστασης της Ε.Ε, τότε όντως οι προσανατολισμοί των ευρωτουρκικών σχέσεων αποκτούν πολυδιάστατη σημασία με μελλοντικές συνέπειες σε περίπτωση συνέχισης της διχοτομικής κατάστασης στην Κύπρο.

Η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση και η «σταθεροποίηση» των οικονομιών σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, καθώς και η μετατροπή των υψηλών ποσοστών ανεργίας και περιθωριοποίησης σε δομικό χαρακτηριστικό των κοινωνιών, ήδη έπληξαν το «πολιτικό προφίλ» και την επιρροή της Ε.Ε διεθνώς. Το βρετανικό δημοψήφισμα πρόσθεσε στις ήδη περίπλοκες δυναμικές μιας εποχής ποικίλων περιχαρακώσεων της Ένωσης.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, για τη σημερινή ηγεσία της Άγκυρας η διαδικασία διεύρυνσης της Ε.Ε μπαίνει στο περιθώριο. Διανοίγονται οι προοπτικές για συζήτηση νέων μοντέλων συνεργασίας με την Ε.Ε που χωρίς να έχουν «εγγυημένη» μια πετυχημένη κατάληξη, δίδουν κάποιες ευκαιρίες ελιγμών στην Τουρκία. Ο Ερντογάν πάντως δείχνει να είναι πεπεισμένος ότι η Ε.Ε στην παρούσα της κατάσταση ούτε μπορεί, ούτε και επιθυμεί να πιέσει περαιτέρω την Τουρκία. Η επαλήθευση ή διάψευση της προαναφερθείσας αντίληψης που προωθούν οι φιλοκυβερνητικοί κύκλοι στην Άγκυρα, μπορεί να γίνει μέσα στα επόμενα κρίσιμα δύο χρόνια που φαίνεται σε κάποιο βαθμό να καθορίζουν και τις εξελίξεις μεταξύ Ε.Ε και Βρετανίας.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, στις 3 Ιουλίου 2016.

Για τον συγγραφέα

Ο Νίκος Μούδουρος είναι Διδάκτωρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών. Είναι συγγραφέας του βιβλίου Ο μετασχηματισμός της Τουρκίας: από την κεμαλική κυριαρχία στον “ισλαμικό” νεοφιλελευθερισμό (2012, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).