Ορισμένα συμπεράσματα των ευρωεκλογών


Tα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του 2019 επεφύλαξαν έναν αριθμό εκπλήξεων, ωστόσο επιβεβαίωσαν και τις μεγάλες προβλεπόμενες τάσεις. Στην πραγματικότητα, οι τεκτονικές πλάκες της ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής κινούνται αργά, καθώς η εκλογή των 751 ευρωβουλευτών αφορούσε 28 διαφορετικά εθνικά πλαίσια.


Του Jean Quatremer

Μετάφραση: Συντακτική ομάδα pass-world.gr


Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία είναι ότι η εκλογή των ευρωβουλευτών είναι αναλογική και κινείται από 6 έως 96 αντιπροσώπους ανάλογα με το μέγεθος κάθε χώρας. Με διαφορετικούς όρους, η είσοδος στο Ευρωκοινοβούλιο ενός λαϊκιστικού κόμματος μιας μικρής χώρας που διαθέτει περιορισμένο αριθμό ευρωβουλευτών –όπως για παράδειγμα η Δανία που εκλέγει συνολικά 13 ευρωβουλευτές– δεν θα έχει την ίδια επίδραση με την είσοδο ενός σοσιαλδημοκρατικού ή Δεξιού κόμματος ενός μεγάλου κράτους, όπως για παράδειγμα της Γερμανίας που εκλέγει 96 ευρωβουλευτές ή της Γαλλίας που εκλέγει 74.

Η ανάλυση της ψήφου περιπλέκεται από τη μη αναμενόμενη παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου: όταν θα έχει λάβει χώρα το Brexit, 73 έδρες θα απελευθερωθούν και θα αναδιανεμηθούν σε 27 διαφορετικές χώρες.

Έτσι, η Γαλλία θα επωφεληθεί από 5 έδρες που θα αναδιανεμηθούν στα κόμματα με εκλεγμένους αντιπροσώπους.

Η σύνθεση των πολιτικών ομάδων πρόκειται επομένως να αναδιαταχθεί, κυρίως με την αποχώρηση του Κόμματος του Brexit του Νάιτζελ Φάρατζ που τοποθετείται στην ευρωομάδα Ευρώπη της Ελευθερίας και της Άμεσης Δημοκρατίας (EFDD), ή με την αποχώρηση των Φιλελευθέρων Δημοκρατών που ανήκουν στη Συμμαχία Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη (ALDE).

1. Σε άνοδο η εκλογική συμμετοχή

Μια από τις κυριότερες εκπλήξεις αυτών των εκλογών, την οποία κανείς δεν ανέμενε, είναι ότι η συμμετοχή άγγιξε το 50,2%, ποσοστό κατά 8 μονάδες μεγαλύτερο από αυτό των ευρωεκλογών του 2014.

Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής των τελευταίων είκοσι χρόνων και για την πρώτη σημαντική αύξηση μετά από την πρώτη εκλογή Ευρωκοινοβουλίου το 1979 (60,71%), σε μια εποχή όπου αυτό δεν είχε καμία αποφασιστική δύναμη.

Κατά παράδοξο τρόπο, όσο περισσότερο το Ευρωκοινοβούλιο αύξανε τον αποφασιστικό του ρόλο –σε σημείο το 2009, όταν τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβώνας να έχει σχεδόν τις ίδιες εξουσίες με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το όργανο όπου λαμβάνουν τις αποφάσεις οι Υπουργοί που εκπροσωπούν τα κράτη-μέλη, πλην των αποφάσεων προϋπολογισμού και αυτών που απαιτούν ομοφωνία, όπως για παράδειγμα τα φορολογικά ζητήματα– τόσο λιγότερο οι πολίτες ενδιαφέρονταν για τις Ευρωεκλογές.

Η συμμετοχή έπεσε κάτω από το 50% το 1989 και άγγιξε το χαμηλότερο ποσοστό το 2009 με 40,63%, ενώ το 2014 σημείωσε μια ελαφρά αύξηση φτάνοντας στο 42,5%.

Η κινητοποίηση των ψηφοφόρων για τις τωρινές ευρωεκλογές, ενδυναμώνει την δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρώπης, ενώ παράλληλα υποδεικνύει έναν εξευρωπαϊσμό της πολιτικής ζωής της Ευρώπης, με την εθνική ατζέντα να συγκλίνει όλο και περισσότερο με την ευρωπαϊκή (περιβάλλον, μετανάστευση, οικονομία, ασφάλεια, εξωτερικές απειλές), καθώς και με τη συνειδητοποίηση –μετά το Brexit– του εύθραυστου χαρακτήρα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

2. Το τέλος του «μονοπωλίου» συντηρητικών-σοσιαλιστών

Εδώ, δεν πρόκειται για έκπληξη: οι συντηρητικοί του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και οι σοσιαλιστές των Σοσιαλδημοκρατών δεν συγκεντρώνουν αθροιστικά την απόλυτη πλειοψηφία των 376 εδρών.

Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα καταλαμβάνει 179 έδρες έναντι 218 που είχε στην προηγούμενη σύνθεση του Ευρωκοινοβουλίου, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες συγκεντρώνουν 152 έναντι 189 που είχαν, άρα αθροιστικά οι δύο ευρωομάδες λαμβάνουν 331 έδρες.

Από το 1989 –με εξαίρεση την περίοδο 2002-2004– οι δύο ομάδες συνεργάζονταν για να να μοιράσουν την Προεδρία στο Ευρωκοινοβούλιο (με 2,5 χρόνια θητεία η καθεμία), καθώς και τις προεδρίες στις πιο σημαντικές κοινοβουλευτικές επιτροπές.

Πλέον, θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία μεταξύ τουλάχιστον τριών πολιτικών ομάδων – χωρίς αμφιβολία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών και της κεντρώας ομάδας ALDE-Renaissance. Δεν είναι καθόλου απίθανο να συμμετάσχουν και οι Πράσινοι. Αλλά οι συντηρητικοί και οι σοσιαλιστές παραμένουν αναπότρεπτοι: δεν υπάρχει καμιά εναλλακτική πλειοψηφία στην κεντροαριστερά ή στη Δεξιά.

3. Ο κομβικός ρόλος του Κέντρου

Σε αυτή τη νέα εκλογική αποκρυστάλλωση, το κέντρο –δηλαδή η ομάδα των φιλελευθέρων– αποκτά κομβική σημασία με 105 ευρωβουλευτές, πολύ περισσότερους από το αναμενόμενο.  

Στη συγκεκριμένη ομάδα, η οποία διαθέτει μεγάλη πολιτική επιρροή, θα κυριαρχήσουν οι 21 Γάλλοι ευρωβουλευτές του LREM του Μακρόν, οι οποίοι είναι πιθανό να διεκδικήσουν την Προεδρία.

Ωστόσο προσοχή: οι ομάδες δεν έχουν ακόμα συγκροτηθεί (η τελική ημερομηνία είναι στα μέσα Ιουνίου) και η περίμετρός τους μπορεί να αλλάξει. Έτσι, δεν είναι βέβαιο ότι όλοι οι φιλελεύθεροι –και κυρίως οι Σκανδιναβοί και το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP) της Γερμανίας θα μείνουν στην ομάδα της ALDE, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι το LREM είναι ξεκάθαρα πιο φιλοευρωπαϊκό από τα υπόλοιπα κόμματα που απαρτίζουν τη συγκεκριμένη ομάδα.

Εγκαταλείποντας, όπως, την ομάδα της ALDE αυτά τα μικρά κόμματα διακινδυνεύουν να βρεθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο φάσμα των “μη εγγεγραμμένων”, αδυνατώντας να σχηματίσουν πολιτική ομάδα, η οποία απαιτεί κατ’ ελάχιστο 25 ευρωβουλευτές από 7 χώρες. Οι μεγάλες ανακατατάξεις ξεκινούν τώρα.

4. Η ανακοπή της λαϊκιστικής ανόδου

Το εντυπωσιακό ποσοστό της ιταλικής Λέγκας του Βορρά του Ματέο Σαλβίνι, που εκλέγει 22 ευρωβουλευτές, δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα: η άνοδος των ευρωφοβικών και ευρωσκεπιτικιστικών δυνάμεων ανακόπηκε, σε αντίθεση με ό,τι προεξοφλούσαν πολλοί αναλυτές.

Έτσι, η Εθνική Συνέλευση της Μαρίν Λεπέν εξέλεξε δύο ευρωβουλευτές λιγότερους από το 2014 (22 έναντι 24), και η ακροδεξιά πήγε λιγότερο καλά από το αναμενόμενο στην Ολλανδία, τη Σλοβακία ακόμα και στη Φιλανδία.

Με εξαίρεση το ουγγρικό Fidesz (σ.τ.μ. του Βίκτορ Όρμπαν) που θα παραμείνει εντός του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ο αριθμός των βουλευτών που εκφράζουν ευρωσκεπτικιστικές και ευρωφοβικές απόψεις περνά από τους 151 στους 171, κυρίως χάρη στην ιταλική Λέγκα του Βορρά.

Σε αυτούς, υπάρχουν και οι 16 ιταλοί ευρωβουλευτές του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, οι οποίοι ήδη ανακοίνωσαν ότι θέλουν να εγκαταλείψουν την ευρωομάδα Ευρώπη της Ελευθερίας και της Άμεσης Δημοκρατίας (EFDD), με επικεφαλής τον Νάιτζελ Φάρατζ, για να προσχωρήσουν στην κεντρώα ομάδα, ή αν αυτό αποτύχει να δημιουργήσουν δική τους ομάδα. Αν τα καταφέρουν, η ευρωσκεπτικιστική ακροδεξιά δεν θα έχει αυξηθεί παρά ελάχιστα, και θα αποδυναμωθεί περαιτέρω με την αποχώρηση των Βρετανών.

Βέβαια, η ευρωομάδα Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας (ΕΝF), που ιδρύθηκε από την Μαρίν Λεπέν και τον σύμμαχό της Σαλβίνι, περνά από τους 35 στους 60 ευρωβουλευτές, αλλά παραμένει μακριά από τον στόχο των 100 εδρών στις οποίες προσέβλεπε η επικεφαλής της Εθνικής Συνέλευσης.

Σίγουρα θα προσπαθήσει να πάρει δυνάμεις από άλλες αντί-ευρωπαϊκές ομάδες. Όμως αυτό θα αποδειχθεί ένα δύσκολο έργο, όπως έδειξε και η προεκλογική εκστρατεία, καθώς η εικόνα της θεωρείται τοξική για πολλά δημαγωγικά κόμματα, όπως το γερμανικό AfD, που δεν θέλουν να μετακινηθούν εκ των προτέρων ακόμα πιο δεξιά.

Είναι λοιπόν πιθανό ότι, μετά το Brexit, θα υπάρχουν τρία λαϊκίστικά κόμματα στα δεξιά του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπως ακριβώς και τώρα: οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές (εντός των οποίων εντάσσονται οι βρετανοί συντηρητικοί και 23 μέλη του πολωνικού PiS) που έχουν 60 ευρωβουλευτές (έναντι 73 που είχαν), το EFFD με επικεφαλής τον Φάρατζ, που έχει 51 έναντι 43, και η Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας (ENF). Μια διάσπαση που θα τους εμποδίσει να επηρεάσουν καθοριστικά τις εργασίες του Ευρωκοινοβουλίου.

5. Η άνοδος των οικολόγων

Αυτό είναι μια έκπληξη. Το κόμμα των Πρασίνων θεωρείτο ότι είναι σε ύφεση, ωστόσο περνά από τους 52 στους 69 ευρωβουλευτές, αγγίζει δηλαδή το ποσοστό που είχαν οι κεντρώοι την περίοδο 2014-2019.

Αυτή η άνοδος είναι πρωτόγνωρη, και αφορά κυρίως τη δυτική Ευρώπη (Γερμανία, Ιρλανδία, Βέλγιο, Γαλλία). Αυτή η ομάδα ενδυναμώνεται και από το Κόμμα Πειρατών της Τσεχίας και τους καταλανούς αυτονομιστές.

[…]

Απόσπασμα από το άρθρο που δημοσιεύτηκε στη Libération, στις 27 Μαΐου 2019.