Ποτέ ξανά ένα Μεξικό χωρίς εμάς




Μπορεί να μην κατάφερε τελικά η Μαριτσούι, ή αλλιώς Μαρία ντε Χεσούς Πατρίσιο, να συγκεντρώσει τις 866.000 υπογραφές που χρειαζόταν προκειμένου να είναι υποψήφια στις εκλογές του Ιουλίου στο  Μεξικό, όμως το εγχείρημά της έχει αναμφίβολα τη δική του ξεχωριστή σημασία.


Του Δημήτρη Γκιβίση


Η προσπάθειά της ξεκίνησε μετά την απόφαση που πήραν τον Οκτώβριο το Εθνικό Συνέδριο των Αυτοχθόνων και ο Στρατός των Ζαπατίστας για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN) να τους εκπροσωπήσει, και που με το κείμενό τους με τίτλο «Να σειστεί το κέντρο της Γης» κάλεσαν την μεξικανική κοινωνία να την στηρίξει για να γίνει η πρώτη ιθαγενής γυναίκα που θα διεκδικήσει την προεδρία της χώρας.

Κατά γενική ομολογία η προσπάθειά της ήταν αντικειμενικά δύσκολη, όχι μόνο επειδή η ίδια αρνήθηκε την κρατική χρηματοδότηση, αλλά κυρίως επειδή χρειαζόταν ένα ελάχιστο πλαφόν υπογραφών στις 17 από τις 32 επαρχίες με τη χρήση ενός ψηφιακού εργαλείου που η Μαριτσούι το χαρακτήρισε ελιτίστικο, αφού δεν σχεδιάστηκε για τους φτωχούς και πολλοί δεν γνώριζαν καν για την τεχνολογία του tablet και του smartphone, ενώ σε αρκετές περιοχές αυτοχθόνων δεν υπάρχει κινητό τηλέφωνο.

Η εκστρατεία της έγινε μέσα σε συνθήκες ακραίας κοινωνικής πόλωσης, που αντικειμενικά διευκολύνουν τις υποψηφιότητες που στηρίζονται σε πελατειακά δίκτυα, ενώ η ίδια έγινε επανειλημμένα στόχος επιθέσεων από διάφορους κρατικούς και παρακρατικούς τραμπούκους. Παράλληλα, είχε να αντιμετωπίσει και διάφορους αριστερούς, που της επιτέθηκαν με το επιχείρημα ότι η υποψηφιότητά της θα στερήσει ψήφους από το (κατ΄ αυτούς αριστερό) MORENA, και θα δυσκολέψει την πιθανότητα της πολιτικής αλλαγής.

Στις επιθέσεις αυτές η Μαριτσούι απάντησε ότι παρόλο που το σύνθημα «όλα τα κόμματα και όλοι οι υποψήφιοι είναι οι ίδιοι» δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, η υποψηφιότητά της ξεπερνά το δίπολο Αριστερά – Δεξιά, αφού στόχος της δεν είναι η όποια εξουσία αλλά το να ακουστεί η φωνή των «εκτός των τειχών», και μίλησε για μια χειραφετητική κοινωνική αλλαγή που θα ανοίξει νέους ορίζοντες πέρα από τα αδιέξοδα της παραδοσιακής αριστεράς (σημ: το πρόγραμμα του MORENA δεν έχει τίποτα το σοσιαλιστικό, και το ίδιο αντιπροσωπεύει κυρίως την μικροαστική επιθυμία της ηγεσίας του για μια «δίκαιη ανάπτυξη» μέσα στον καπιταλισμό).

encuentro_mujeres_zapatistas-2
Μαρία ντε Χεσούς Πατρίσιο

Μιλώντας για την απόφαση των Ζαπατίστας να συμμετέχουν για πρώτη φορά σε εκλογές, μετά από τα 23 χρόνια άρνησής τους για να μην απορροφηθούν από την «λογική του κράτους», και η οποία (απόφαση) δέχτηκε ποικίλες κριτικές και δικαίως γεννάει το ερώτημα για το αν άλλαξαν την στρατηγική τους, θεωρώ ότι είναι σημαντικό, προκειμένου να την ερμηνεύσουμε, να σταθούμε στα χαρακτηριστικά της υποψηφιότητας της Μαριτσούι.

Η εκστρατεία της μπορεί να χαρακτηριστεί, με πολιτικούς όρους, ως μια προσπάθεια διεύρυνσης του κοινωνικού εδάφους, μια ροή κομμουνιστικοποίησης που κινήθηκε ενάντια σε όλους τους θεσμικούς ορισμούς, ένα βήμα για να δοθεί μια κοινή ώθηση μακριά από απογοητεύσεις, αυταπάτες και διαμεσολαβήσεις.

Η ίδια από την πρώτη στιγμή είχε πει ότι η υποψηφιότητά της ήταν συμβολική, και ότι η πρότασή της ήταν κυρίως οργανωτική, μια προσπάθεια για να οικοδομηθεί το νέο από τα κάτω, ένας τρόπος για να ενισχυθεί η αυτονομία της κάθε κοινότητας, και ένα μήνυμα ότι ένας άλλος τρόπος διακυβέρνησης είναι εφικτός.

Η υποψηφιότητά της ήταν άρνηση και δημιουργία μαζί, αποτέλεσε την συνέχεια της διαδικασίας που ξεκίνησε το 1994 και του «ya basta» που νικάει το φόβο, και περπάτησε στα χνάρια του «ρωτώντας βαδίζουμε» και της «Άλλης καμπάνιας» που ακολούθησε την 6η Διακήρυξη της Ζούγκλα Λακαντόνα. Πάνω στα ερείπια που αφήνουν τριγύρω ο καπιταλισμός και η πατριαρχία, απέναντι στην αχαλίνωτη βία, την πολιτική διαφθορά και τις τεράστιες οικονομικές/κοινωνικές ανισότητες, κοιτώντας την κατεστραμμένη από την εξόρυξη και την παράνομη υλοτόμηση γη, και οργισμένη από την καταστολή, τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις, η Μαριτσούι φώναξε ότι «έφτασε η στιγμή των ανθρώπων», και κάλεσε να εκφραστεί και παραπέρα «η οργή της αξιοπρέπειας».

 Μίλησε για τις ελάχιστες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του κράτους και του οργανωμένου εγκλήματος, τόνισε ότι στην πραγματικότητα είναι μέρη του ίδιου προβλήματος, αφού κυβέρνηση, στρατός, αστυνομία και ναρκοκαρτέλ προσπαθούν για την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου και θέλουν να τρομάξουν αυτούς που αντιτίθενται στα καπιταλιστικά έργα, και στάθηκε στην ανάγκη να ανακτηθεί η συλλογική ελπίδα απέναντι στην βαρβαρότητα, και στο σπίρτο που θα διαλύσει το σκοτάδι και την αδράνεια.

Παράλληλα, η υποψηφιότητά της ήταν και ένα πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση της υποεκπροσώπησης των αυτοχθόνων στην πολιτική, αφού παρόλο που το 21,5% του πληθυσμού αυτοπροσδιορίζονται ως ιθαγενείς, από την ανεξαρτησία και μετά το Μεξικό είχε μόνο έναν αυτόχθονα πρόεδρο, τον Μπενίτο Χουάρες το 1858.

Όμως δεν απευθύνθηκε αποκλειστικά στους αυτόχθονες, αλλά και σε όσες/ους δεν εκπροσωπούνται από την κυρίαρχη θεσμική πολιτική, σε εκείνους/ες που η «λογική» των κυρίαρχων τους πετάει απέξω, σε αυτές/ους που θέλουν να ανατρέψουν το σύστημα όχι από άποψη αλλά από ανάγκη, και που η κραυγή τους «ποτέ ξανά ένα Μεξικό χωρίς εμάς» δίνει το σήμα της ανυπακοής στους «από κάτω» για να ξαναπιάσουν το νήμα της αντίστασης από εκεί που το άφησαν.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο kokkoi.gr