Το δημοψήφισμα στην Ουγγαρία για το προσφυγικό




Η διενέργεια του δημοψηφίσματος στην Ουγγαρία, την Κυριακή 2 Οκτωβρίου, με θέμα την υποδοχή και την εγκατάσταση των προσφύγων στη χώρα αποτελεί ένα ακόμα σημαντικό επεισόδιο στο ζήτημα της πολιτικής διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης εντός της ΕΕ. To δημοψήφισμα έθετε, άλλωστε, ξεκάθαρα στους πολίτες το δίλημμα της ευθυγράμμισης με τις ευρωπαϊκές αποφάσεις για τη μετεγκατάσταση προσφύγων ή της απόφασης για εθνική διαφοροποίηση, κλείνοντας την πόρτα στους πρόσφυγες.


Του Βίκτωρα Χρηστίδη


Παρά την ακύρωση του αποτελέσματος εξαιτίας του μικρού ποσοστού συμμετοχής, που δεν έφτανε το προβλεπόμενο όριο του 50%, το δημοψήφισμα αποτυπώνει την ενίσχυση ακραίων δυνάμεων που διαχειρίζονται την εξουσία, με προσήλωση σε δεξιές και ακροδεξιές πολιτικές.

 Άλλωστε, το 98% των ψηφισάντων που τοποθετήθηκαν αρνητικά απέναντι στην εγκατάσταση προσφύγων στην Ουγγαρία, παραμένει ένας κρίσιμος παράγοντας ως προς την πολιτική κεφαλαιοποίηση του δημοψηφίσματος που επιχειρεί η κυβέρνηση Ορμπάν.

Ταυτόχρονα, η ουγγρική περίπτωση χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες. Δεν πρόκειται για μια κυβέρνηση που «πιέζεται» από ακροδεξιές δυνάμεις και για αυτό υιοθετεί παρόμοιες πρακτικές, ελπίζοντας σε μια απορρόφηση ψηφοφόρων.

Αντίθετα, η κυβέρνηση Ορμπάν επέλεξε από την αρχή της θητείας της, το 2014, την προώθηση των αντι-μεταναστευτικών της πολιτικών, στρεφόμενη ενάντια στην κατεύθυνση της Κομισιόν αλλά και της επίσημης πολιτικής του Βερολίνου.

Οι πολιτικές διαχείρισης της ουγγρικής κυβέρνησης και ο ίδιος ο πολιτικός διάλογος έθεταν στο στόχαστρο τους πρόσφυγες που τον προηγούμενο χρόνο διέρχονταν από την χώρα, με προορισμό την Αυστρία και τη Γερμανία.

Εδώ προκύπτει και ένα ερώτημα. Οι πολιτικές αυτές έχουν σφυρηλατηθεί από τα κέντρα εθνικής εξουσίας ή διαμορφώνονται και υπό την επιρροή άλλων δυνάμεων; Αν κάποιος λάβει υπόψη του τα μηνύματα για περιορισμό των προσφυγικών ροών  τα τελευταία χρόνια, θα βρει ότι η ρίζα τους βρίσκεται δυτικότερα της Ουγγαρίας.

Προκαταρκτικά σχόλια

Η πρώτη παρατήρηση έχει να κάνει με το ίδιο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα, παρά το μεγάλο ποσοστό αποχής, αποτελεί ένδειξη ότι ο Ορμπάν και άλλες ακραίες δυνάμεις μπορούν να κινητοποιήσουν το μισό μεν, αλλά εξίσου σημαντικό μέρος του πληθυσμού υπέρ τέτοιων πολιτικών, με όλους τους κίνδυνους που σηματοδοτεί αυτό το γεγονός. Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψη του νομίσματος.

Διαβάζοντας τα δημοσιεύματα ορισμένων μέσων ενημέρωσης δίνεται αρχικά η εντύπωση ότι ο ουγγρικός λαός στηρίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις επιλογές του Ορμπάν, γεγονός που δεν είναι απολύτως αληθές.

Το μεγάλο ποσοστό αποχής μεταφέρει επίσης μηνύματα με πολιτική σημασία που δεν πρέπει να αγνοηθούν. Υπάρχει στην χώρα ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού που δεν στρέφεται κατά των προσφύγων με αυτό το μένος, όμως τα ΜΜΕ δεν μεταφέρουν με αντικειμενικότητα αυτή τη άλλη πολιτική αντίληψη.

Το συγκεκριμένο γεγονός ισχύει και για τις υπόλοιπες χώρες της Κεντρικής αλλά και Βόρειας Ευρώπης. Ακόμα και όταν είχαν συμβεί τα περιστατικά στο Μάλμε της Σουηδίας κατά μεταναστών, υπήρχε μεγάλη αποδοκιμασία από μερίδα του σουηδικού λαού.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η ακύρωση του δημοψηφίσματος δεν πρέπει να προκαλεί εφησυχασμό. Και μόνο η προκήρυξή του αποτελεί αρνητικό γεγονός γιατί ριζοσπαστικοποιεί μια μερίδα του πληθυσμού όχι μόνο εναντίον της Κομισιόν αλλά κυρίως εναντίον των ίδιων των προσφύγων.

Σε ανακοίνωσή της, η Κομισιόν, δια του εκπροσώπου της Μ. Σχοινά, ανέφερε ότι «λαμβάνουμε υπόψη το αποτέλεσμα». Πρόκειται για μια ανακοίνωση που αποτυπώνει την επιλογή αποφυγής περαιτέρω κλιμάκωσης στο θέμα, αφού η θέση της Κομισιόν είναι ευαίσθητη, ενώ ακόμα και η παρότρυνση για υιοθέτηση συγκεκριμένων πολιτικών από τις κυβερνήσεις και τους πολίτες δεν έχει πάντα το «επιθυμητό» αποτέλεσμα, όπως έχει δείξει η εμπειρία.

Το τρίτο σημείο σε σχέση με το δημοψήφισμα αφορά την μετατόπιση του πολιτικού διαλόγου από τη ρίζα του προσφυγικού ζητήματος στην ιδεολογική και πολιτική εργαλειοποίησή του. Σε αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλει και η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και μεμονωμένων κρατών-μελών που αποτελούν τελικό προορισμό, για την άμεση επίλυση της κρίσης. Μέσα στην παράταση της κρίσης, οι ακραίες πολιτικές φωνές ενισχύονται, εκμεταλλευόμενες την πολιτική τους εξουσία για την προώθηση συγκεκριμένων αντι-μεταναστευτικών πολιτικών.