Τουρκία: Η πολιτική σημασία των αντιθέσεων




Η κυρίαρχη δυτική αφήγηση για το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία κινείται γύρω από τη θεματική του δημοκρατικά εκλεγμένου ηγέτη που ξαφνικά τρελάθηκε και μετατράπηκε σε μονάρχη. Ανασύρει όλα τα παλιά καλά μοτίβα του «σουλτανισμού» και του «οριενταλιστικού δεσποτισμού».


Tου Φώτη Μπενλισόι


Ακόμα και ανάμεσα σε Αριστερούς της Δύσης, η συγκεκριμένη αφήγηση είναι πολύ δημοφιλής. Φυσικά, οι μαζικές εκκαθαρίσεις που πραγματοποιεί ο Ερντογάν δικαιώνουν αυτήν την αφήγηση. Ωστόσο, χρειάζεται μια οπτική πιο προσαρμοσμένη στις λεπτές διαφορές, προκειμένου να κατανοήσουμε τα όρια, την απειλή αλλά και τις προοπτικές της παρούσας κατάστασης. Οι σημειώσεις που ακολουθούν μπορούν, ίσως, να συμβάλουν σε αυτήν την κατεύθυνση.

Είναι αλήθεια ότι ο Ερντογάν θα επιχειρήσει πιθανότατα να μετατρέψει το αποτυχημένο πραξικόπημα σε πολιτική ευκαιρία για τον ίδιο και ότι θα το χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα για να εξαπολύσει ένα νέο κύμα αυταρχισμού.

Αυτή η συνθήκη μπορεί να περιγραφεί ως αυτο-πραξικόπημα (self-coup). Πρόκειται για μια μορφή πραξικοπήματος στην οποία ένας ηγέτης ή ένα πολιτικό κόμμα, παρά το γεγονός ότι ανάλαβε την εξουσία με νόμιμα μέσα, καταργεί ή αποδυναμώνει πλήρως την Εθνοσυνέλευση και τα πολιτικά κόμματα, και ιδιοποιείται εξαιρετικά μεγάλες εξουσίες, που δεν θα είχε κάτω από κανονικές συνθήκες.

Είναι πολύ λογικό να θεωρήσουμε ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν είναι ένα προσωρινό μέτρο απέναντι στο αποτυχημένο πραξικόπημα, αλλά θα χρησιμοποιηθεί ως νομικό προκάλυμμα για τη δημιουργία ενός πλειοψηφικού, μοναρχικού συστήματος του «κυρίαρχου κόμματος».

Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι το στρατιωτικό πραξικόπημα και ο Ερντογάν αντιπροσωπεύουν δύο εξίσου κακές καταστάσεις (δύο «φασισμούς») και ότι κάθε επιλογή, κάθε «πραξικόπημα» είναι εξίσου καταστροφικό με το άλλο. Μια πιθανή νίκη του στρατιωτικού πραξικοπήματος θα είχε ολέθριες συνέπειες για όλους μας και το γεγονός ότι αποτράπηκε είναι σίγουρα «καλή είδηση».

Το γεγονός ότι το πραξικόπημα αποτράπηκε από τη λαϊκή κινητοποίηση είναι επίσης ένα γεγονός που θα πρέπει να επισημάνουμε. Το να περιγράφουμε αυτήν την κινητοποίηση ως «φασιστικό» ή «ισλαμοφασιστικό» μαζικό κίνημα –ως άλλη Πορεία προς τη Ρώμη– είναι ένα πολύ σοβαρό λάθος που δυστυχώς αναπαράγεται ευρέως από τούρκους και δυτικούς Αριστερούς.

Για την ακρίβεια, υπάρχει, μια αντιφατική κατάσταση, όπου η λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στο στρατιωτικό πραξικόπημα αξιοποιείται από τον Ερντογάν σε μια «βοναπαρτιστική-πληβειακή/δημοψηφισματική» κατεύθυνση. Είναι μια μαζική κινητοποίηση που οργανώνεται και ελέγχεται από την κυβέρνηση, αλλά την ίδια στιγμή διατηρεί αυθόρμητα και πληβειακά χαρακτηριστικά.

Για να το θέσουμε με απλά λόγια: φυσικά και το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι θέλησαν να σταματήσουν τα τανκς το βράδυ της 15ης Ιουλίου. Αυτές οι λαϊκές κινητοποιήσεις δημιούργησαν μια εντελώς νέα κατάσταση, στην οποία δυστυχώς η Αριστερά δεν είχε τα μέσα να εμπλακεί ενεργά. Το «πρόβλημα» είναι ότι αυτές οι διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν με (ορισμένα) «λάθος» συνθήματα και σύμβολα και υπό «λάθος» ηγεσία.

Με αυτή την έννοια, οποιαδήποτε απλουστευτική ανάλυση που περιγράφει αυτή τη μαζική κινητοποίηση ως αντίδραση ενός φασιστικού όχλου ή στον αντίποδα ως ιδεώδες δημοκρατικό κίνημα θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε λάθος εκτιμήσεις αναφορικά με την παρούσα πολιτική κατάσταση.

Επίσης, χρειάζεται να είναι κανείς προσεκτικός σχετικά με τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα των εκκαθαρίσεων που πραγματοποιούνται στην Τουρκία. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δίνει στον Ερντογάν την εξουσία και τα νομικά μέσα για να «καθαρίσει» το κράτος. Οι εκκαθαρίσεις στρέφονται προς το παρόν ενάντια σε αυτούς που φέρονται να έχουν σχέση με το κίνημα του Γκιουλέν, το οποίο θεωρείται ο βασικός συντελεστής της απόπειρας  πραξικοπήματος.

Στην πραγματικότητα, το ΑΚΡ συνεργάστηκε με αυτό το κίνημα, κατά τα πρώτα δέκα χρόνια της διακυβέρνησής του. Τότε, επρόκειτο για μια αμοιβαία επωφελή σχέση.

Ο Ερντογάν τούς εξασφάλισε λαϊκή νομιμοποίηση και κυβερνητική στήριξη, ενώ από την πλευρά τους οι Γκιουλενιστές στο δικαστικό σώμα, τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, την αστυνομία και τον στρατό παρείχαν σημαντική στήριξη στο AKΡ στις διαμάχες τους με τους κεμαλιστές, κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000.

Την τελευταία τριετία γίναμε μάρτυρες της κατάρρευσης αυτής της σιωπηρής συμμαχίας. Τώρα, ο Ερντογάν επιχειρεί να διαλύσει αυτό το κίνημα, το οποίο θεωρεί (μάλλον ορθά) ότι τον πρόδωσε πισώπλατα.

Παρ’ όλα αυτά, αυτό το εγχείρημα δεν είναι απλό για τον ίδιο. Το κύμα εκκαθαρίσεων δημιουργεί μεγάλη αναταραχή και σύγχυση στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών (ακόμα και στο ίδιο το κυβερνών κόμμα) και γι’ αυτόν τον λόγο ο Ερντογάν χρειάζεται την υποστήριξη των δυνάμεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Έτσι, τις εβδομάδες μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, προσπαθεί να εξασφαλίσει τη συναίνεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα «ανεκτικότητας» και εθνικής ενότητας. Ένας ακόμα λόγος για αυτή την τόσο «συμφιλιωτική» στάση του Ερντογάν είναι η πεποίθησή του ότι πίσω από την απόπειρα πραξικοπήματος βρίσκονται οι δυτικές δυνάμεις και ιδιαίτερα οι ΗΠΑ. Είναι πιθανό ότι αυτό το συμπέρασμα έχει κάποια βάση.

Ο Ερντογάν αισθάνεται, επομένως, απομονωμένος  και κατά μία έννοια απειλούμενος από τη Δύση. Πρόκειται για μια ακόμα συνθήκη αντιφάσεων, με την έννοια ότι ενώ το λαϊκό έρεισμα του Ερντογάν βρίσκεται στο απόγειό του, ο ίδιος είναι σε επισφαλή και πολιτικά αποδυναμωμένη θέση εξαιτίας του κατακερματισμού των κρατικών μηχανισμών και της απομόνωσής του στο διεθνές πεδίο.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, βέβαια, δίνει στο κυβερνών κόμμα και στον Ερντογάν τα μέσα για να ανοικοδομήσουν το κράτος και να δημιουργήσουν εκείνους τους μηχανισμούς που θα τους επιτρέψουν να ξεφορτωθούν όλες τις μορφές πολιτικής διαφωνίας.

Μπορούμε εύκολα υποθέσουμε ότι μόλις οι διώξεις των Γκιουλενιστών τελειώσουν και ο Ερντογάν αισθανθεί πιο ασφαλής, στόχος θα γίνουν ξανά οι «συνήθεις ύποπτοι»: η Αριστερά, η εργατική και κοινωνική αντιπολίτευση, το κουρδικό κίνημα.

Ωστόσο, η απλούστευση αυτής της κατάστασης μέσα από μια προοδευτική αφήγηση περί «σουλτανισμού» σίγουρα δεν θα βοηθήσει την κατάσταση για τη δημοκρατική και αριστερή αντιπολίτευση στην Τουρκία.  Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει μια κατάσταση αντιθέσεων.

Υπάρχει μια λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στην απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος, την οποία ο Ερντογάν και το ΑΚΡ χρησιμοποιούν ως δημοψηφισματικού τύπου ετυμηγορία στον δρόμο που νομιμοποιεί την «κάθαρση» και την ανοικοδόμηση του κράτους. Είναι ένα μαζικό κίνημα που ελέγχεται και οργανώνεται από το ΑΚΡ, αλλά την ίδια στιγμή έχει λαϊκά, αυθόρμητα και «από τα κάτω» χαρακτηριστικά. Υπάρχει ένας ηγέτης τόσο ισχυρός που υποδύεται τον «σωτήρα του έθνους» και ταυτόχρονα τόσο αδύναμος που βρίσκεται υποχρεωμένος να εξευμενίζει την αξιωματική αντιπολίτευση.

Σε μια τόσο εύθραυστη κατάσταση χρειάζεται να λάβουμε υπόψη ότι η αναπαραγωγή απλουστευτικών δυτικών επιχειρημάτων ενισχύει τον Ερντογάν, διευρύνοντας τη λαϊκή απήχησή του.

Σε κάθε περίπτωση, χρειάζονται ευρύτερες συμμαχίες για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, οι οποίες θα υπερβαίνουν τους πολιτισμικούς φραγμούς (κοσμικός-ισλαμικός, δυτικός-εθνικός/παραδοσιακός τρόπος ζωής κ.ά), τους οποίους άλλωστε ο συντηρητικός και δεξιός λαϊκισμός του Ερντογάν συντηρεί με μεγάλη επιτυχία.

Αυτή η πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» και των «πολιτισμικών πολέμων» ήταν τόσο επιτυχημένη επί διακυβέρνησης του AKΡ, ώστε κατέστησε κάθε αναφορά στην ταξική πολιτική σχεδόν αδύνατη. Για αυτό χρειάζεται μια σύνδεση των δημοκρατικών διεκδικήσεων με κοινωνικές και ταξικές διεκδικήσεις. Η πολιτική ισορροπία δυνάμεων που μας οδήγησε σε μια διερυνόμενη απολυταρχία μπορεί να ανατραπεί μόνο μέσα από μια αλλαγή του κοινωνικο-ταξικού συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος των εργαζομένων.

Για τον συγγραφέα

Ο Φώτης Μπενλισόι είναι ιστορικός, συνιδρυτής του ελληνοτουρκικού εκδοτικού οίκου Ιστός και ακτιβιστής της Αριστεράς στην Τουρκία.