Ρουθ Γουόντακ: Για την κανονικοποίηση της προσβλητικότητας στην ακροδεξιά ρητορική

Hrayr Movsisyan/Unsplash

Μια από τις σημαντικότερες θεωρητικούς και ερευνήτριες της κριτικής ανάλυσης λόγου, η Ρουθ Γουόντακ, αναλύει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ακροδεξιάς ρητορικής. Τι είναι αυτό που καθιστά την προσβλητική γλώσσα του Τραμπ τόσο αγαπητή σε ένα κομμάτι της αμερικάνικης κοινωνίας; Ποιες επικοινωνιακές επιλογές συνέβαλαν στη μακρόχρονη δημοφιλία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι; Η αγένεια και η παραβίαση όλων των κανόνων μιας συζήτησης είναι για τη Γουόντακ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο η σύγχρονη ακροδεξιά διαχέει και κανονικοποιεί στο πεδίο του πολιτικού διαλόγου. Με έναν παράδοξο ρητορικό μηχανισμό, η αγένεια μετατρέπεται στο επικοινωνιακό όπλο με το οποίο οι ακροδεξιοί ηγέτες δημιουργούν δεσμούς ταύτισης και απενοχοποίησης με τους πολιτικούς οπαδούς τους.


Της Βασιάννας Κωνσταντοπούλου


Η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ, όπως και άλλων ακροδεξιών ηγετών νέας κοπής, έχει απασχολήσει έντονα τη σύγχρονη κοινωνική έρευνα. Ήδη από τα πρώτα δείγματα γραφής του, ο τρόπος με τον οποίο ένας μεγιστάνας εμφανίστηκε ως εκφραστής των λαϊκών λευκών τάξεων, σπάζοντας όλους τους φραγμούς και τους άγραφους κανόνες της αμερικανικής πολιτικής, ήταν ένα φαινόμενο που δοκίμαζε τα όρια των παραδοσιακών αναγνώσεων του αυταρχισμού.

Η ιεραρχική γλώσσα της κοινωνικής κυριαρχίας

Για τον κοινωνικό ψυχολόγο Τόμας Πέτιγκρου, ο προσανατολισμός της κοινωνικής κυριαρχίας [social domination orientation] επί των λεγόμενων «μειονοτήτων» αποτελεί μία από τις βασικές παραμέτρους της ρητορικής των νέων ακροδεξιών κομμάτων της Αμερικής και της Ευρώπης.

Μιας ρητορικής που αναπαράγει την πυραμιδωτή αναπαράσταση της κοινωνίας, με τους λευκούς μεσοαστούς άνδρες στην κορυφή και τους «χαμένους» (μετανάστες, μαύρες/ους, ισπανόφωνους/ες, κ.ά.) στον πάτο [1].

Αυτή η ιεραρχική αναπαράσταση της κοινωνίας δεν είναι καινούργια. Αποτελεί τυπικό εργαλείο του αυταρχικού λόγου. Καινούργιο, όμως, είναι το γεγονός ότι εκφράζεται πλέον με τρόπο εντελώς απροκάλυπτο.

Όπως επισημαίνει ο Πέτιγκρου, παραδοσιακά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εξέφραζε προκαταλήψεις έναντι άλλων κοινωνικών ομάδων, με τρόπο κεκαλυμμένο: μέσα από «συνθηματικές λέξεις» [dog whistles], σχεδιασμένες να γίνονται κατανοητές από ένα ακροατήριο με ρατσιστικά αντανακλαστικά, αλλά όχι από τους αντιρατσιστές [2].

Στη ρητορική του Τραμπ, όμως, η έκφραση της προκατάληψης είναι λιγότερο συγκαλυμμένη. Σε συνεντεύξεις Τύπου και δηλώσεις του, καταφερόταν εναντίον κοινωνικών ομάδων και πολιτών με ένα άκρως επιθετικό και προσβλητικό λεξιλόγιο, καταφεύγοντας πολλές φορές στην χωρίς όρια χλεύη.

Με αυτόν τον τρόπο, η τραμπικής μορφής ακροδεξιά διαρρηγνύει την πολιτική ορθότητα –την οποία έχει κατορθώσει να καταστήσει υποτιμητικό όρο– και αμφισβητεί την υπόθεση ότι ο νέος ρατσισμός εκφράζεται αμιγώς με υπόρρητο τρόπο στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η χωρίς ντροπή κανονικοποίηση της προσβολής

Αυτό το νέο στοιχείο του σύγχρονου ακροδεξιού λαϊκισμού αναλύει, στις πρόσφατες ερευνητικές της επεξεργασίες, η Ρουθ Γούοντακ, μια από τις πιο σημαντικές θεωρητικούς της κριτικής ανάλυσης λόγου.

Η Ρουθ Γουόντακ. Η έρευνά της πάνω στην ακροδεξιά ρητορική και τον αντισημιτισμό στην Ευρώπη αποτελεί σημείο αναφοράς στη σύγχρονη κοινωνική θεωρία

Σε έρευνά της με τον Τζόναθαν Κουλπέπερ και την Ελένα Σεμίνο, ανέλυσαν ένα μέρος από τις συνεντεύξεις Τύπου τόσο του Ντόναλντ Τραμπ, όσο και του Σίλβιο Μπερλουσκόνι [3].

Όπως εξηγούν οι ερευνητές, ο Τραμπ και ο Μπερλουσκόνι έχουν θέσει το παράδειγμα μιας προσβλητικής ρητορικής, η οποία εμφανίζεται ως χαρακτηριστικό μιας αυθεντικής υπέρ-αρρενωπής ταυτότητας.

Το συγκεκριμένο ρητορικό ύφος διαρρηγνύει τους παραδοσιακούς κανόνες πολιτικής αντιπαράθεσης και διαπραγμάτευσης, την ίδια ώρα που κανονικοποιείται και υιοθετείται ευρέως από την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα.

Κατά την Γουόντακ πρόκειται για ένα ιδιαίτερο ρητορικό στοιχείο της νέας ακροδεξιάς, το οποίο ονόμασε «ξεδιάντροπη κανονικοποίηση της προσβλητικότητας» [shameless normalization of impoliteness].

Αυτή η έλλειψη ντροπής στην εκφορά της προσβολής καταπατά όλες τις συμβάσεις αναφορικά με το τι μπορεί να ειπωθεί σε μείζονα κοινωνικά ζητήματα, όπως ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, η ομοφοβία, ο σεξισμός, η αναπηρία.

«Η προσπάθεια “να είμαστε αυθεντικοί” και “να μιλάμε όπως μιλάμε στην πραγματικότητα” και “να τολμάμε να πούμε αυτό που όλοι θα θέλαμε να πούμε, αλλά διστάζουμε”, συνεπάγεται ότι οι συμβάσεις ευγένειας έχουν παραβιαστεί πλήρως: έχει γίνει αποδεκτό σε ορισμένα πλαίσια να γίνονται και πάλι μισογυνικά και σεξιστικά αστεία ή αντισημιτικά και ρατσιστικά αστεία. Και, γενικότερα, υπονοείται ότι οι συμβάσεις του διαλόγου –πώς μιλάμε ο ένας στον άλλον; πώς ακούμε; πώς επιχειρηματολογούμε; – έχουν ουσιαστικά πεταχτεί στα σκουπίδια», εξηγεί η Γουόντακ σε συνέντευξή της στο Illiberalism [4].

Μιλώντας, λοιπόν, για αυτήν την «ξεδιάντροπη κανονικοποίηση» εξηγεί ότι αναφέρεται σε «ένα συνομιλιακό στυλ καταπάτησης των ταμπού, παραβίασης των συνομιλιακών αξιωμάτων, παραμέλησης όλων των κανόνων ευγένειας και διαπραγμάτευσης».

Οι ακροδεξιοί ηγέτες που χρησιμοποιούν αυτή τη ρητορική, το πράττουν χωρίς διάθεση απολογίας ή επανόρθωσης, επιστρατεύοντας συνειδητά της στρατηγική της διαρκούς πρόκλησης.

Η προσβλητικότητα μετατρέπεται σε εργαλείο ταύτισης και συναισθηματικής σύνδεσης των ακροδεξιών ηγετών με τους πολιτικούς οπαδούς τους, σημειώνει η Γουόντακ. Φωτ: Ντόναλντ Τραμπ/ Wikimedia Commons

«Λαϊκιστές ακροδεξιοί πολιτικοί, όπως ο Τραμπ και ο Μπερλουσκόνι, επιζητούν να σκανδαλίσουν, με τρόπο ενεργητικό και στρατηγικό», καθώς εργαλειοποιούν το γεγονός ότι αυτά τα περιστατικά αξιολογούνται θετικά από τους υποστηρικτές τους και πολώνουν τις κοινωνικές και πολιτικές στάσεις. [5]

Αυτή η ξεδιάντροπη στρατηγική της αγένειας έχει και μια ψυχο-συναισθηματική διάσταση, όπως επισημαίνει η Γουόντακ.

«Η έλλειψη ντροπής έχει, πέρα από τη μετατόπιση των κανόνων και του λόγου, και μια άλλη σχετική διάσταση που πρέπει να εξεταστεί. Αφορά τη σχέση με ανθρώπους που είχαν ντραπεί που ήταν άνεργοι, που δεν ήταν επιτυχημένοι. Οι λεγόμενοι “αξιοθρήνητοι”,  όπως τους είχε αποκαλέσει η Χίλαρι Κλίντον, ένιωσαν ξαφνικά να τους μιλούν και να τους λένε: “Δεν χρειάζεται να ντρέπεστε. Δεν είστε ένοχοι. Κάποιος άλλος πρέπει να φταίει: οι μετανάστες, οι μειονότητες, οι γυναίκες καριέρας κ.λπ., αλλά εγώ θα σας σώσω. Δεν χρειάζεται να ντρέπεστε. Μπορείτε πραγματικά να ανακτήσετε την αυτοεκτίμησή σας και την αναγνώρισή σας”», αναφέρει η Γουόντακ στο Ιlliberalism.

Με αυτόν τον τρόπο, η προσβλητικότητα μετατρέπεται σε σημείο συναισθηματικής σύνδεσης του Τραμπ με τους πολιτικούς του οπαδούς: μια αναγνώριση προς αυτούς που είχαν ντραπεί ότι αυτό δεν είναι δικό τους πρόβλημα.

Λέξεις ή πράξεις;

Ένα κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει γύρω από αυτή την χωρίς ντροπή προσβλητική ρητορική των ακροδεξιών ηγετών είναι το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου.

Αποτελεί η χλευαστική γλώσσα απέναντι σε κοινωνικές ομάδες και η εκτόξευση προκαταλήψεων στον δημόσιο λόγο μόνο μέρος μιας πόλωσης του πολιτικού διαλόγου, η οποία παρά τον τοξικό της χαρακτήρα θα πρέπει να διεξάγεται ανεμπόδιστα ή συνδέεται και με πράξεις μισαλλοδοξίας;

Με αυτό το ερώτημα είχε πριν από κάποια χρόνια βρεθεί αντιμέτωπο και το Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια – ένα από τα αμερικανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα με μεγάλη ιστορία στους αγώνες των δικαιωμάτων και της ισότητας.

Όταν το 2017, ο Μάιλο Γιαννόπουλος –τότε συνεργάτης του Τραμπ και ένας από τους πιο εμπρηστικούς ομιλητές εναντίον των μειονοτήτων– ετοιμαζόταν να απευθύνει ομιλία στο Πανεπιστήμιο, φοιτητές/ριες και διδάσκουσες/οντες αρνήθηκαν την είσοδό του στον χώρο.

Εικόνες από τις κινητοποιήσεις στο Berkeley πριν από την ομιλία του΄ Μάιλο Γιαννόπουλος

Η διοίκηση του Πανεπιστημίου έκρινε ότι η ακύρωση της ομιλίας αντίκειται στην ελευθερία του λόγου, ωστόσο φοιτητές και διδάσκοντες του Πανεπιστημίου αναδείκνυαν τις βαριές συνέπειες που έχει η υβριστική ρητορική.

«Υποστηρίζουμε την ελευθερία του λόγου και την ακαδημαϊκή ελευθερία και αντιλαμβανόμαστε ότι αμφιλεγόμενες οπτικές μπορούν να εκφράζονται σε μια ακαδημαϊκή κοινότητα που υπερασπίζεται τον ανοιχτό διάλογο και αντιτίθεται στη λογοκρισία. […] Ωστόσο, την ίδια στιγμή που υπερασπιζόμαστε τον έντονο διάλογο, δεν είμαστε διατεθειμένες/οι να ανεχτούμε την παρενόχληση, τη δυσφήμιση, τη συκοφάντηση και τη ρητορική του μίσους», είχαν γράψει τότε στην επιστολή τους διδάσκουσες/οντες του Μπέρκλεϊ.

Όπως τόνιζαν, η ρητορική του Γιαννόπουλος δεν αποτελεί απλώς έναν τρόπο έκφρασης, αλλά ισοδυναμεί με πράξη τρομοκράτησης των ανθρώπων εις βάρος των οποίων στρέφεται.

Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση αντανακλά τους μετασχηματισμούς και τις περιπλοκότητες των νέων αυταρχισμών που αναδύονται στο εσωτερικό των σύγχρονων δημοκρατιών.

Το ζήτημα των ορίων της ελευθερίας του λόγου σε σχέση με ζητήματα σεβασμού της αξιοπρέπειας κάθε κοινωνικής ομάδας δεν έχει μια εύκολη και μονοσήμαντη απάντηση. Ωστόσο, το νέο επικοινωνιακό και συνομιλιακό ήθος αυτών των ακροδεξιών μορφωμάτων παράγει αποτελέσματα πολύ πέρα από το ίδιο το πεδίο της ρητορικής – αποτελέσματα που αφορούν την ίδια τη βιωμένη πραγματικότητα εκείνων εναντίον των οποίων στρέφεται αυτή η χωρίς ντροπή κανονικοποίηση της προσβλητικότητας.


Σημειώσεις

[1] Pettigrew, T. F. (2017). Social Psychological Perspectives on Trump Supporters. Journal of Social and Political Psychology, 5(1), 107-106. https://doi.org/10.5964/jspp.v5i1.750

[2] Στο ίδιο, σ. 109.

[3] Wodak, R., Culpeper, J., & Semino, E. (2021). Shameless normalization of impoliteness: Berlusconi’s and Trump’s press conferences. Discourse & Society, 32(3), 369-393. https://doi.org/10.1177/0957926520977217

[4] Συνέντευξη της Ruth Wodak στο ηλεκτρονικό περιοδικό illiberalism, στις 9 Μαρτίου 2022. Στον σύνδεσμο:  https://www.illiberalism.org/ruth-wodak-on-far-right-populism-and-shame/

[5] Wodak, R., Culpeper, J., & Semino, E. (2021), ό.π., σ. 371.

Διαβάστε επίσης:

Πώς η Άκρα Δεξιά έγινε μέρος του κυρίαρχου ρεύματος

Τι είναι η κουλτούρα της αφύπνισης;

Όταν το Μπέρκλεϊ αντιστέκεται, ο Τραμπ απειλεί