H οικειοποίηση του φεμινισμού από τον νεοφιλελευθερισμό και οι έμφυλοι αγώνες του 99%

«Η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών δεν σπάει καμία γυάλινη οροφή. Βρίσκεται κολλημένη στο υπόγειο, καθαρίζοντας και μαζεύοντας τα σπασμένα κομμάτια του γυαλιού».

Nancy Fraser


Ξαφνικά, οι πάντες επικαλούνται τον τίτλο του φεμινισμού. Από τη διευθύνουσα σύμβουλο του Facebook, Σέριλ Σάντμπεργκ, μέχρι την Ιβάνκα Τραμπ, ένας πρωτοφανής αριθμός υψηλόβαθμων γυναικών του επιχειρηματικού κόσμου αυτοανακηρύσσονται δημοσίως φεμινίστριες. Όπως φαίνεται, η αγορά οικειοποιείται με αποικιοκρατικό τρόπο τη φεμινιστική ατζέντα.


Της Catherine Rottenberg

Μετάφραση: Συντακτική ομάδα pass-world.gr


Πράγματι, η ανάληψη της ταυτότητας της φεμινίστριας δεν έχει γίνει απλώς μια πηγή υπερηφάνειας, αλλά χρησιμεύει επίσης ως πολιτιστικό κεφάλαιο για διασημότητες του Χόλιγουντ και της μουσικής σκηνής, σε βαθμό που η λέξη «φεμινισμός» έχει κυριολεκτικά κατακλύσει τα μέσα του κυρίαρχου ρεύματος και τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Η Μέγκαν Μαρκλ είναι ένα πρόσφατο παράδειγμα σε μια πολύ μεγάλη λίστα. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο «φεμινισμός» ήταν η λέξη της χρονιάς του λεξικού Merriam-Webster, το 2017.

Σε αυτό το πλαίσιο, το κίνημα για την έμφυλη ισότητα αποκτά συνδέσεις με τον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος οικειοποιείται τον φεμινισμό για να προωθήσει πολιτικούς στόχους και να αυξήσει την αξία της αγοράς.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή μια διαφορετική μορφή φεμινισμού έχει αρχίσει απροσδόκητα να κερδίζει έδαφος. Με την εκλογή του Τραμπ και την επανεμφάνιση του ξεδιάντροπου σεξισμού στη δημόσια σφαίρα, ένα νέο ρεύμα μαζικής φεμινιστικής ριζοσπαστικοποίησης αναδύθηκε στο πολιτικό προσκήνιο – ένα ρεύμα που επιχειρεί να υπερβεί την επιφανειακή ταύτιση με τον φεμινισμό και να προωθήσει την κοινωνική αλλαγή.

Η ανάκαμψη μεγάλης κλίμακας φεμινιστικών διαδηλώσεων, όπως η Πορεία Γυναικών και το κίνημα #MeToo, χρησιμεύουν ως μια σημαντική απάντηση στην άνοδο ανώδυνων και μη αντιπαραθετικών επικλήσεων μέσα στο φεμινιστικό ρεύμα.

Νεοφιλελεύθερος φεμινισμός

Πώς μπορούμε λοιπόν να ερμηνεύσουμε τη σύγχρονη φεμινιστική αναγέννηση, με τις πολύ διαφορετικές και αντικρουόμενες πλευρές της;

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, παρατηρούμε την ανάδυση μιας ιδιόμορφης παραλλαγής του φεμινισμού, ειδικά στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, που απομακρύνεται από ιδεώδη όπως η ισότητα, τα δικαιώματα και η δικαιοσύνη.

Αποκαλώ αυτή την τάση νεοφιλελεύθερο φεμινισμό, στον βαθμό που αναγνωρίζει μεν την έμφυλη ανισότητα (διαφοροποιούμενος από τον μετά-φεμνινισμό, ο οποίος εστιάζει στην ατομική «ενδυνάμωση» και τις «επιλογές» των γυναικών, αποκηρύσσοντας παρ’ όλα αυτά τον φεμινισμό), αλλά την ίδια στιγμή αρνείται ότι οι υφιστάμενες κοινωνικο-οικονομικές και πολιτισμικές δομές μορφοποιούν τη ζωή μας.

Αυτό είναι ακριβώς το είδος του φεμινισμού που εμπνέει ευπώλητα μανιφέστο, όπως το βιβλίο της Σέριλ Σάντμπεργκ «Βγείτε Μπροστά», στο οποίο οι γυναίκες αποτυπώνονται ως αποκλειστικά εξατομικευμένες, αυτό-βελτιούμενες και επιχειρηματικές.

Ναι, ο νεοφιλελεύθερος φεμινισμός πιθανά αναγνωρίζει το μισθολογικό χάσμα και τη σεξουαλική παρενόχληση ως σημάδια μιας συνεχιζόμενης ανισότητας. Όμως οι προτάσεις που διατυπώνει αποσιωπούν τα δομικά και οικονομικά υποστυλώματα αυτών των φαινομένων.

Παρακινώντας ακατάπαυστα τις γυναίκες να αναλάβουν την πλήρη ευθύνη για την ευζωία και την αυτό-φροντίδα τους, τελικά ο νεοφιλελεύθερος φεμινισμός απευθύνει το κάλεσμά του στις μεσαίες και ανώτερες τάξεις γυναικών, βγάζοντας από το οπτικό του πεδίο τη μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών. Και καθώς συνδέεται με τους υπολογισμούς της αγοράς, αποσιωπά ευρύτερα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και μαζικής κινητοποίησης.

Με την άνοδο του νεοφιλελεύθερου φεμινισμού, ο οποίος ενθαρρύνει ατομικά τις γυναίκες να εστιάσουν στον εαυτό τους και τις φιλοδοξίες τους, ο φεμινισμός γίνεται πιο εύκολα δημοφιλής, αποδεκτός και ευπώλητος στην αγορά. Κι αυτό επειδή συνυφαίνεται σχεδόν χωρίς προσχήματα με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Αυτού του είδους ο φεμινισμός αναπαράγει ολοφάνερα διακρίσεις, συμπεριλαμβάνοντας μόνο τις λεγόμενες φιλόδοξες γυναίκες στην απεύθυνσή του. Με αυτόν τον τρόπο, αναπαράγει τη λευκή και ταξική ετεροκανονικότητα, προσφέροντας υπηρεσίες όχι μόνο σε νεοφιλελεύθερες αλλά και νέο-συντηρητικές ατζέντες.

Δεν υπάρχει τίποτε σε αυτόν τον φεμινισμό που να απειλεί την κρατούσα τάξη πραγμάτων.

Φεμινισμοί του 99%

Κι όμως υπάρχει μια ακούσια συνέπεια αυτού του είδους του φεμινισμού που μπορεί να παράγει ανατρεπτικά αποτελέσματα. Ακριβώς επειδή διευκόλυνε την μεγάλη ορατότητα και οικειοποίηση της λέξης «φεμινισμός», άνοιξε και δρόμους σε στρατευμένα φεμινιστικά κινήματα. Κινήματα που ενθαρρύνουν τη μαζική κινητοποίηση όχι μόνο για να αμφισβητήσουν τις σεξιστικές πολιτικές του Τραμπ αλλά και μια αυξανόμενα κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ατζέντα που βάζει τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους.

Ένα μέρος της υποδομής των πιο πρόσφατων μαχητικών φεμινιστικών κυμάτων υπήρχε ήδη. Ας μην ξεχνάμε ότι το #MeToo αρχικά ξεκίνησε ως ένα κίνημα βάσης, με πρωτεργάτρια την Αφροαμερικανή φεμινίστρια Ταράνα Μπερκ πριν από μια δεκαετία και εμφανίστηκε μετά από άλλες κινητοποιήσεις, όπως το SlutWalk, το διεθνικό κίνημα που οργάνωσε διαδηλώσεις σε όλο τον κόσμο ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού και τη συνακόλουθη ενοχοποίηση των θυμάτων.

Κι όμως το #MeToo μπόρεσε να κερδίσει τόσο εκτεταμένη ορατότητα κατά τη συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας του –με πρωταρχικούς πυροδότες την εκλογή του Τραμπ και τις πολιτικές του– επειδή ο φεμινισμός είχε γίνει ήδη δημοφιλής από τη Σαντμπεργκ, τη Μπιγιονσέ και την Έμα Γουάτσον, μεταξύ ορισμένων ονομάτων.

Το επείγον ερώτημα αυτή τη στιγμή είναι πώς μπορεί να διατηρηθεί και να διευρυνθεί η μαζική φεμινιστική αναγέννηση ως αντίσταση, απορρίπτοντας τη λογική του νεοφιλελεύθερου φεμινισμού. Πώς μπορούμε να διατηρήσουμε τον φεμινισμό ως δύναμη ανατροπής απέναντι στις πολλαπλές δυνάμεις που εξακολουθούν να καταπιέζουν, να αποκλείουν και να στερούν δικαιώματα από ολόκληρα κομμάτια της κοινωνίας;

Το #MeToo έχει επιτελέσει σημαντικό πολιτισμικό έργο. Στις καλύτερες στιγμές του έχει βγάλει στην επιφάνεια τον τρόπο με τον οποίο τα ανδρικά προνόμια κατακλύζουν τον πολιτισμό μας. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό. Η έκθεση δεν είναι αρκετή για να διασφαλιστεί η συστημική αλλαγή.

Υπάρχουν όμως και άλλα φεμινιστικά κινήματα που έχουν αναδυθεί τα τελευταία χρόνια. Ο φεμινισμός του 99%, που συνέβαλε στην οργάνωση στης Παγκόσμιας Απεργίας Γυναικών, είναι ένα παράδειγμα, μεταξύ άλλων.

Αυτά τα κινήματα, διευρύνουν το έμφυλο πλαίσιο, συνδέοντας και αναδεικνύοντας ένα τεράστιο φάσμα ανισοτήτων που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες, οι μειονότητες και οι επισφαλείς πληθυσμοί εν γένει.

Αυτά τα φεμινιστικά κινήματα ζητούν δραματικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές, δημιουργώντας εναλλακτικές οπτικές και ελπίδα για το μέλλον. Και με δεδομένo το πόσο δυσοίωνο μοιάζει το μέλλον αυτή τη στιγμή για έναν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων παγκοσμίως, αυτό είναι ακριβώς το είδος του ανατρεπτικού φεμινισμού που χρειαζόμαστε.

To άρθρο δημοσιεύτηκε στο Conversation, στις 23 Μαΐου 2018.

Σ.τ.Μ. Το απόσπασμα της Nancy Fraser, στην αρχή της δημοσίευσης, αποτελεί προσθήκη των μεταφραστριών. Αντλήθηκε από τη συνέντευξη της Nancy Fraser στο Magazine of International Sociological Asscociation, με τίτλο “Feminism in Neoliberal Times: An interview with Nancy Fraser”.

Για τη συγγραφέα

Η Catherine Rottenberg είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αμερικανικών και Καναδικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Nottingham. Μεταξύ των βιβλίων που έχει συγγράψει είναι το “The Rise of Neoliberal Feminism” [H άνοδος του νεοφιλελεύθερου φεμινισμού, 2018, Οxford University Press].